Όπως ο ήλιος, στιγμιαίος, μα σταθερός
στη συνάντηση με τη γη, λιποτακτεί πρώτος
γόνιμη ή καμένη, την αφήνει.
Παίζουμε – εξουσιαζόμενοι & εξουσιαστές –
το παιχνίδι του ποντικού με τη γάτα.
Αν μας πιάσεις, μη λυπηθείς
για τα ψέματα, τις σιωπές, τ’ ανεκτίμητα πάθη
να μας δικάσεις, ερήμην.
Ξυπνήσαμε ασήκωτοι, σαν απ’ αρρώστια
διασχίσαμε τις σκεπές, να μην καούμε απ’ τη λάβα
κάναμε υπόγεια καταφύγια τα σχολεία και τις παιδικές χαρές
μέχρι να περάσει κι αυτός ο τυφώνας.
Δεν με νοιάζει το μετά – με πονάει – κι ας φαντάζω αυτάρκης.
Είναι φορές που θα ήθελα, να εξαφανιστώ
πριν μ’ αποτελειώσει το όνειρο της ισονομίας – δεν ξέρω το πώς –
και φοβάμαι, ν’ αντισταθώ στο οικείο.
Έπειτα εσύ δεν φταις, που γεννήθηκες φαύλος
με χέρια σκληρά, φωνή μειλίχια
λόγια εκπαιδευμένα να διαστρεβλώνουν αλήθειες.
Είσαι απ’ αυτούς που τιμούν την αποστασία.
Κοιμάσαι – ξυπνάς; – αναπνέεις γι΄ αυτήν.
Μονάχα τα βράδια ανησυχείς, για τ΄ αποθέματα τα’ οξυγόνου σου.
Έχεις αλλάξει , χάθηκε απ’ τ’ άγγιγμα σου η θαλπωρή
απ’ τα  μάτια σου χάθηκε το δάκρυ.
Μόνο στον έρωτα αντιστέκεσαι, πια.
Διστάζουν οι άνθρωποι, παντού και πάντα διστάζουν.
Αφήνουν στους άλλους, τις πιο τολμηρές αποφάσεις.
Περίμενες να λυγίσω, πρώτη να πω, λόγια δικά σου, ανήκουστα.
Κρίμα που δεν έχω φτερά, μακριά απ’ την ομίχλη σου θα πετούσα.
Κρίμα που δεν έχεις συνείδηση!
Στα έγκατα της γης, μαζί με της μάνας σου την ευχή, την έθαψες.
 Χαρίζεις ρόδα, για να κοπώ απ’ τ’ αγκάθια.
Χαρίζεις προνόμια, για να πνιγώ στην απάτη.
Χαρίζεις ελπίδες, σε μιαν ετοιμοθάνατη.
Αυτή η φορά, θα είναι η τελευταία.
Δεν προσπάθησες ποτέ να με πείσεις.
Αυτή τη φορά, θα βρω το χαμένο μου θάρρος.
Για σένα, δεν ξαναχάνομαι.
Άναψε με! Ολονύκτιο κερί, θα φέγγω στη σκιά σου.
Θα’ χω καεί το πρωί, όταν θα φεύγεις κεφάτος.
Τελείωσε, άλλη μια πράξη.
Οι θεατρίνοι ξεντύνονται την οδύνη των ρόλων τους.
Απομένει γυμνή, η δική τους.



“ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ” 

Advertisements