«…παράδοξη κατάσταση κατά την οποία οι όμηροι, οι αιχμάλωτοι, οι δέσμιοι κάποιων άλλων, ταυτίζονται και τρέφουν συμπάθεια προς αυτούς που τους αιχμαλώτισαν  και από τους οποίους εξαρτώνται απόλυτα για την επιβίωση τους…».
 
 
Τόσα χρόνια μετά, πάλι τα ίδια.
Τι συμφέρει το σύνολο ή τι συμφέρει εμένα;
Υπόδουλη  της ανατροφής μου κι ας μεγάλωσα
με τα ιδανικά της ελευθερίας.
Τόσες εμπειρίες  μετά, ίδιο τ’  αδιέξοδο.
Να ψηφίσω κατά συνείδηση ή να ψηφίσω
με γνώμονα την υστεροβουλία;
Τόσες διαψεύσεις μετά,  ίδιο το παραμύθι.
Όμηρος των δημοσκοπήσεων, αναπαράγω των οικείων μου
καλοπροαίρετες πεποιθήσεις, χωρίς καμιά πολιτική ουσία.
Έμαθα να εμπιστεύομαι την ετυμηγορία της πλειοψηφίας
είναι ανάρμοστο,  να δαγκώνεις το χέρι, που σε ταΐζει.
Αόρατο το πιστόλι στον κρόταφο
μόνο τα πιο σκοτεινά απωθημένα μου
σαν νέον επιγραφή, προβάλλουν τις νύχτες,  φωσφορίζοντα.
Πιο ασφαλές  είναι,  να συμφιλιωθώ με το γνώριμο χάος
είναι πιο ανεκτή η αποφορά της διαφθοράς που γνωρίζεις
απ’ την άγνωστη ταραχή  μιας, εκ βάθρων, δικαιοσύνης.
Από μικρή με διδάσκουν, πώς να ντύνω
με τ’ αποφόρια των άλλων, τις προσωπικές μου επιθυμίες.
Η μητέρα διαρκώς με μαλώνει,  γιατί σε τίποτα δεν της έμοιασα.
Τους χειμώνες με νουθετεί,  να δένω σφιχτά το κασκόλ μου
θερίζει ο παγωμένος αέρας,  τ’ απροφύλαχτα  σώματα.
Τα καλοκαίρια φοβάται τους κινδύνους της θάλασσας
μαζί με της στεριάς, τους λουόμενους καρχαρίες
είναι οι πιο συχνοί εφιάλτες της.
Την Άνοιξη και το Φθινόπωρο, ανησυχεί για τον ψυχισμό μου.
Οι χρόνια ρομαντικοί, απειλούνται από κάθε είδους μετάβαση.
Όσο κι αν μ’ αντικρίζω στον καθρέφτη, επαρκή
εκείνη βλέπει το μωρό, π’ απ’ την κούνια ξεστράτισε
αν ήταν στο χέρι της, δεν θα σταματούσε ποτέ της το βύζαγμα.
Με θυμώνει η καλοπροαίρετη κριτική, περισσότερο απ’ την άλλη
είμαι εξαιρετικά επιρρεπής, στον ανθρώπινο παράγοντα.
Όλο λέω θ’ αλλάξω κι αγχώνομαι μήπως δεν δει
πως στα λόγια της μεγαλώνοντας,  συμμορφώνομαι.
Δέσμια του πατέρα μου, οι κακές γλώσσες λένε, πως μοιάζουμε
στο σύνολο του υπέροχος, μα πέραν του δέοντος υποχωρητικός 
δέσμιος κι αυτός, μιας κληρονομιάς αμαρτιών.
Οι πρωταγωνιστές της μεταπολίτευσης
του μεταλαμπάδευσαν τόσες ιστορικές ανακρίβειες
που στο τέλος δεν άντεξε, πείστηκε.
Απ’  την πρώτη συνάντηση, αιχμαλωτίστηκα στη μορφή σου.
Επέστρεφα  απ’ το γαλάζιο της θάλασσας
χωρίς στιγμή να νιώσω την απειλή
με δανεικό μηχανάκι, στη σκιά παραφύλαγες.
Σ’ ένα κομμένο χαρτί, έγραψες βιαστικά  τον αριθμό μου.
Από τότε πνίγομαι στο παρόν, προσπαθώντας
ν’ ανακαλέσω στη μνήμη μου, το μπλε των παλιών σου ματιών.
Δεν ήταν γραφτό, ν’ ακολουθήσουμε τη ροή των συνηθισμένων ερώτων
κάποτε, σε μια ύστατη  προσπάθεια,  να μ’ αποκρυπτογραφήσεις
απείλησες, πως τ’ αληθινά συναισθήματα, ξεσκεπάζουν αυτούς
που σαν τον διάβολο, τ’ αποκηρύσσουν.
Αναρίθμητοι γάμοι γνωστών κι αγνώστων, με προσπέρασαν
όλοι νομίζουν στην αρχή, πως διαθέτω ταλέντο, στη συγκατοίκηση
μα στ’ αλήθεια είναι απ’ τους τομείς, που είμαι εντελώς ανεπίδεκτη.
Κάθε τόσο μαθαίνω διάσπαρτα νέα της καινούργιας σου ταυτότητας
πιο πολύ απ’ την φυσική απουσία, με πονά να σε βλέπω
χωρίς εμένα, ν’ αστράφτεις.
Το πρέπον θα ήταν, να δειχτώ ανώτερη
το παρελθόν ανήκει στο παρελθόν, το μέλλον μου, το ίδιο.
Η πόρτα είναι ορθάνοιχτη, θα μπορούσα ανά πάσα στιγμή, να ξεφύγω
που να πάω και με ποιον;  το μόνο π’ επιζητώ  είναι
πίσω απ’ όλα μας τ’ ανεκπλήρωτα, να δηλώνω παγιδευμένη.
Ξορκίζω την εθελούσια  σκλαβιά μου, παίζοντας σε ψηλά ντεσιμπέλ
να μην ακούω ούτε τον εαυτό μου
μόνο με «μη» και με «δεν», αδύνατον  να κατευνάσω
των σκέψεων τους ακούραστους δαίμονες.
Στην πορεία αγάπησα πέραν του δέοντος, τους βασανιστές μου.
Κοιτάζω προς την μεριά της πολιτικής, μπάζα και ασβεστόλιθοι
πάνω στο κεφάλι μου, καταρρέουν.
Επαφίεμαι στης κοινωνίας την αλάνθαστη κρίση
με δις ισόβια, δίχως ελαφρυντικά,  στέλνει τη ζωή μου στα κάτεργα.
Προσκυνώ τον θεό του έρωτα, παριστάνοντας την ταπεινή του ιέρεια
μ’ ένα δηλητηριασμένο βέλος, αφοπλίζει ανηλεώς, την φωτιά μου.
Μην βιαστείτε να βγάλετε συμπεράσματα, ίσως επιστημονικά
όλα αυτά, να οφείλονται στο επονομαζόμενο 
Σύνδρομο της Στοκχόλμης
θαρρώ πως η εθελούσια υποταγή μας στον εξευτελισμό
το έχει προάγει σε μάστιγα.
Κι όμως,  το ένστικτο μου φωνάζει,  πως το νόσημα  
απ’ το  οποίο άμεσα διαφαίνεται
ότι θα προκύψει ο αφανισμός της συνείδησης
είναι άκρως πιο σοβαρό, ενδέχεται κι αυτοάνοσο.  
 
 
«ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ»
Advertisements