«Η Εργασιακή Ψυχολογική Κακομεταχείριση», όπως και ο Σχολικός Εκφοβισμός, είναι η τάση ενός ανθρώπου ή ομάδας ανθρώπων, να χρησιμοποιεί συνεχή επιθετική ή αδικαιολόγητη συμπεριφορά ενάντια σ’ έναν συνάδελφο, όχι εξαιτίας κάποιας προσωπικής σύγκρουσης ή συμφερόντων, αλλά με σκοπό, να αποπροσανατολίσει τον στόχο της επίθεσης και να τον υποτάξει ή να ελέγξει τα συναισθήματα του.»
Ώρες ατέλειωτες, Ώρες που εξοστρακίζουν απ’ τη ζωή της τ’ όνειρο.
Νιώθει ανίκανη, να υπερασπιστεί όσα προστάζει το άγραφο δίκαιο.
Μια επαναλαμβανόμενη απειλή
η κάθε καλημέρα, το κάθε τηλεφώνημα, η κάθε πρωτοβουλία.
Υπάρχουν πολλά, που δεν υπερκαλύπτει ο πολιτισμός
όσο κι αν ντυθούν οι μαϊμούδες με ταγέρ
ο πισινός τους, θα μένει ακάλυπτος.
Ώρες κενές.  Ώρες, που το να δηλώνεις άνθρωπος, ισοδυναμεί μ’ ύβρη.
Άνετη ή άβολη η καρέκλα, στο τέλος το σώμα μουδιάζει.
Αλλοιώνεται η φυσική του ευελιξία.
Τα μέλη στρεβλώνονται σταδιακά, χτυπημένα
απ’ την παραμορφωτική αρθρίτιδα
της πιο ύπουλης
της  αποτελεσματικότερης τρομοκρατίας.
Δεν υπάρχει αντίλογος στην παράνοια
που γεννά ο φόβος της σύγκρισης.
Όσο περισσότερο ποντάρει στο διάλογο, τόσο δεν βρίσκει επιχειρήματα
αδύνατον ν’ αντιμετωπιστεί λογικά
ο παραλογισμός της ίντριγκας.
Είχε σοφά προειδοποιηθεί «συγγενείς  & συναδέλφους  δεν επιλέγεις…»
μα στην πράξη, ωχρία κι η πιο νοσηρή φαντασία.
Ώρες επίπονες. Ώρες που χάνει τον ήλιο.
Γκριμάτσες, χειρονομίες, φωνές.
Πεινασμένα λιοντάρια, σε μια πυκνοκατοικημένη σαβάνα
παριστάνουν τους ήρωες.
Μιλά χαμηλόφωνα για τη δύναμη της ομάδας
τη σημασία της απρόσκοπτης εξέλιξης…κι άλλα παρόμοια
εξίσου αφελή κι ανακόλουθα με το σήμερα.
Επικαλείται  έννοιες ασύμβατες
σ’ εποχές
που το σημαντικότερο θέλω, παραμένει ακλόνητο.
Πρέπει με κάθε κόστος,  να πυκνώσουμε το σκοτάδι.
Παραμιλά για την ανάγκη, ν’ αντισταθούμε
στο επιδιωκόμενο «διαίρει και βασίλευε»
 αποδοκιμάζεται απ’ την αδελφότητα της αναλγησίας, συλλήβδην.
Ώρες εύθραυστες. Σηκώνει αμήχανη, λευκή σημαία.
Η χολή, που καθένας μας κρύβει, την ζωγραφίζει  – αυθαίρετα –
μ’ ανεξίτηλες ταπεινώσεις.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο άγριο
από το κακό, που δεν μπορείς ν’ αποδείξεις. .
Ώρες που νιώθει γυμνή, σαν μια κούκλα βιτρίνας
εκτεθειμένη σε πελάτες κι αφεντικά
ο καθείς σύμφωνα με τα γούστα του
τη ντύνει και τη γδύνει.
Ώρες βασανιστικές,  το λευκό της πουκάμισο γεμίζει λεκέδες
απ’ το αίμα μιας αξιοπρέπειας, που αργοπεθαίνει.
Κουράστηκε να υποκρίνεται
πως επιτέλους συνήθισε, την αποθέωση του χυδαίου.
Στην εφαρμοστή φούστα, ξεράθηκαν κιόλας
οι πιο πρόσφατοι λεκέδες από σπέρμα.
Η κακοφορμισμένη εξουσία, μόνο με βιασμούς
αναπαράγει & αναπαράγεται.
Ώρες απελπισίας. Η έξοδος κινδύνου κι αυτού του κτιρίου
ερμητικά σφραγισμένη.
Ώρες μικρές, που μοιάζουν με μονόφθαλμους γίγαντες.
Ώρες μεγάλες, που μοιάζουν πανομοιότυπα μεταξύ τους.
Μέσα στο τρένο της επιστροφής, ο εγωισμός της λυγίζει
τρέχουν τα δάκρυα, τρέχει ο συρμός…
Αύριο θα πρέπει απ’ την αρχή, να το ξαναζήσει.
«ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ»
  
Advertisements