Δεν αντέχεται άλλο. Αυτή η συντριβή.
Τελευταία βλέπω μόνο εφιάλτες.  Δίχως τέλος και αρχή.
Γι’ αυτό τριγυρίζω μέσα στο σπίτι. Για να μην αποκοιμηθώ.
Αυτές οι αναθεματισμένες σκηνές.
Δε μ’ αφήνουν να ησυχάσω. 
Οι ίδιοι εφιάλτες, των παιδικών μου χρόνων.
Με τιμωρούν για όλες τις φορές που σε χτύπησα.
Βγαίνω στο μπαλκόνι κι αναζητώ, από κάπου, να πιαστώ.
Περιμένω, να φωτιστεί, κάποιο απ’ τα σκοτεινά παράθυρα.
Αδημονώ για ένα πρόσωπο. Να μου χαμογελάσει.
Ένα βλέμμα. Να κοιτάξει βαθιά μέσα μου
και να με συγχωρέσει,  γι’ αυτό που πραγματικά είμαι.
Ένα άρρωστο μυαλό, μέσα σ’ ένα υγειοφανές σώμα.

Μη βλέπεις που χαμογελάω, τα πρωινά.

Μην ξεγελιέσαι. Δεν είμαι αξιόπιστος.
Νιώθω μέσα μου, τα τσιμπήματα της βίας.
Δεν σε μισώ, όχι εσένα, ποτέ. Σε φοβάμαι.
Εσένα και το παιδί. Πιο πολύ το παιδί.
Σας ντρέπομαι κιόλας.
Δεν πρέπει να καταλάβει τίποτα.
Να μην πεις το παραμικρό.
Προσποιήσου ότι δεν υπήρξα ποτέ– υπήρξα άραγε; –
πρέπει να φανείς δυνατή.
Στην αρχή θα ρωτάει, φυσικό είναι, εσύ να σιωπάς.
Αν θες μίλα του για τα όμορφα της ζωής, τα λουλούδια, τη θάλασσα.
Θέλει δεν θέλει, στο τέλος θα με ξεχάσει.
Έχω να κάνω πολλά, πριν…
Έχω να κλείσω ένα σωρό εκκρεμμότητες.
Ν’ αφήσω τα κλειδιά του μαγαζιού στο Μηνά
να πληρώσω το δάνειο, να πάρω καινούργιο κρεβάτι για το παιδί
– σε λίγο δεν θα χωράει στην κούνια –
να πάρω τ’ αυτοκίνητο απ’ το συνεργείο
να, να, να, να…τόσα να…, καταλαβαίνεις μωρό μου
τόσα να…είναι πάρα πολλά. Συγνώμη, δεν άντεξα.
Εσύ όμως, δεν έχεις άλλη επιλογή.
Είναι κι αυτή η εποχή. Με τις μυρωδιές και τα εφηβικά ειδύλλια.
Με τρελαίνει. Μοντάρω, καρέ-καρέ, τις πιο αλλοπρόσαλλες μνήμες.
Πότε με βλέπω παιδί,  με ματωμένα γόνατα
ν’ ανεβοκατεβαίνω σ’ ένα δανεικό ποδήλατο
και πότε μ’ ανακαλώ ενήλικα, να θρηνώ
τα χρόνια που έχασα στα καράβια.
Τόσα λιμάνια, σε κανένα, δε ρίζωσα.
Άργησα να σε βρω. Τώρα δεν μπορείς να με σώσεις.
Δεν θέλω κι εγώ να σωθώ.
Παραδόθηκα στις δίνες μου.
Στροβιλίζομαι στο κενό. Θα πέσω.
Είμαι έτοιμος πια, σαν από καιρό, σαν θαρραλέος.
Το νιώθω, μέρα με τη μέρα, αποχωρώ.
Οι αισθήσεις μου εξασθένησαν.
Δεν γεύομαι, δεν μυρίζω, δεν ζω.
Προσπάθησα για σένα – και το παιδί –
να θυσιάσω την δική μου απόγνωση
στο κάτω-κάτω εκούσια έγινα γονιός, όμως…
εκείνο το λευκό, απόκοσμο φως, ολοένα και περισσότερο
το δρόμο για την λύτρωση, υπόσχεται, ότι θα μου φανερώσει.
Σιχαίνομαι τους αποχαιρετισμούς. Δεν είναι αντίο αυτό.
Είναι η μόνη διαθήκη, που έχω.
Σου κληροδοτώ τα πάντα. 
Τη σύνταξη, τα κινητά μου, τ’ ακίνητα, ότι  απέκτησα με κόπο 
τον καιρό της προσωρινής μου υγείας, είναι δικά σου.
Εγώ, άλλωστε ποτέ δεν τα ήθελα.
Διάβασα κάπου ένα άρθρο, σχετικό με την περίπτωση μου.
Είμαστε πάρα πολλοί.
Περισσότεροι απ’ ότι ανακοινώνουν, τα τηλεοπτικά κανάλια.
Μη βιαστείς να με χαρακτηρίσεις.
Μην αφήσεις τον κόσμο να με χλευάσει.
Δεν ξέρουν αυτοί. Με θυμούνται νηφάλιο.
Μην επιτρέψεις, να σε δηλητηριάσουν.
Με τις εικασίες τους. Μόνο εγώ ξέρω..ούτε  εγώ…ούτε κι εγώ ξέρω.
Κρυώνω. Θ’ ανέβω στην ταράτσα να κοιτάξω τον ήλιο κατάματα.
Να ζεσταθώ.
Δεν θα πω αντίο. Δεν θ’ απολογηθώ σε κανένα Θεό.
Άσε τους άλλους, να με κρίνουν απ’ τη σιωπή μου.
Δεν χρωστάω πουθενά. Ούτε καν στο παιδί.
Γεννήθηκα ανεύθυνος, ανατράφηκα για να γίνω σατράπης
και τώρα θέλω μόνο, να πεθάνω μ΄ ατομική μου ευθύνη
αυτό το -βασανιστικά – ηλιόλουστο μεσημέρι.
Δεν θα επιτρέψω στην Άνοιξη, να με δελεάσει.  
Φεύγω. Σαν έτοιμος από καιρό. Σαν θαρραλέος. 
Σαν…περίπου ελεύθερος.
Μην κλάψεις. Η ζωή σου τώρα αρχίζει….
Υπογραφή: “Ο Αυτόχειρας της Διπλανής Πόρτας
«ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ»

Advertisements