Είναι κοινό μυστικό στους κύκλους των θεατρόφιλων, ότι τα Δευτερότριτα, τα τελευταία χρόνια, έχουν αποκτήσει τεράστιο καλλιτεχνικό ενδιαφέρον. Γι’ αυτό κι εγώ ως φανατική οπαδός του εν λόγω διημέρου, απάντησα θετικά στην πρόταση του  ηθοποιού και σκηνοθέτη Ιάκωβου Βέρδη, να πάμε στην παράσταση “ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΚΟΝΤΕΣΣΑΣ ΒΑΛΕΡΑΙΝΑΣ”, στο θέατρο ELIART. O Ξενόπουλος πρωτοέγραψε το συγκεκριμένο έργο με την μορφή “άτεχνου” διηγήματος το 1897 και στη συνέχεια το ξαναέγραψε το 1901 υπό τη μορφή δράματος. Tρία χρόνια αργότερα (1904) ανέβηκε για πρώτη φορά στη Νέα Σκηνή του Χρηστομάνου.

Έναν αιώνα και κάτι μετά, το έργο του Ξενόπουλου, το οποίο παραμένει τραγικά επίκαιρο, παρουσιάζεται στο “μνημονόπληκτο” ελληνικό κοινό, με τρόπο υποδειγματικό. Εν μέσω της μεγάλης οικονομικής – και όχι μόνο – κρίσης, που βιώνει η χώρα μας, από τότε που επισήμως εισήλθαμε στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (κι αρκετά νωρίτερα ίσως), έχουμε δει κατά καιρούς, να αποτυπώνεται στο θέατρο, άλλοτε πετυχημένα κι άλλοτε όχι και τόσο, η σημερινή κατάσταση της Ελλάδας, μέσα από έργα σπουδαίων Ελλήνων και ξένων δραματουργών.  Η παράσταση, όμως, που σκηνοθέτησε ο Γιώργος Φρατζεσκάκης, υπερέχει στα σημεία, πετυχαίνοντας μια εξαιρετικά δύσκολη ισορροπία, ανάμεσα στην περιγραφική, ελληνική ηθογραφία αλλοτινών εποχών και στο σύγχρονο, αφαιρετικό θεατρικό λόγο του σήμερα. Αξιοποιώντας στο έπακρο το αδιαμφισβήτητο ταλέντο όλων των συντελεστών, αναδεικνύει τα νοήματα του έργου, με τρόπο απόλυτα σαφή, χωρίς ποτέ να καταφεύγει στις ευκολίες του διδακτισμού.

Η Κοντέσσα Βαλέραινα (την υποδύεται με αξιοζήλευτη χάρη και φινέτσα η κα. Μαρία Σκούντζου) βρίσκεται αντιμέτωπη μ’ ένα τραγικό δίλημμα. Να προδώσει το επτασφράγιστο μυστικό της,  προκειμένου να ξελασπώσει οικονομικά την ξεπεσμένη αριστοκρατική οικογένεια των Βαλέρηδων, ή να παραμείνει ακλόνητη στα πιστεύω της και να το κρατήσει κρυφό, ώσπου να φτάσει η ύστατη ώρα του θανάτου της, οπότε και θα πρέπει, να το παραδώσει στη νύφη της, όπως ορίζει η οικογενειακή τους παράδοση; Μπορεί στις μέρες μας ένα τέτοιο δίλημμα, να φαντάζει ανυπόστατο, αφού η κραταιά τάση είναι όταν τίθεται θέμα κερδοσκοπίας, να κάμπτονται άμεσα τέτοιου είδους ηθικές αμφιταλαντεύσεις, κάποτε όμως, αυτό το “η τιμή, τιμή δεν έχει”, αποτελούσε μότο ζωής, ειδικά για ανθρώπους, όπως η περήφανη κοντέσσα της Ζακύνθου.

Απ’ την άλλη πλευρά, οι συγγενείς της Βαλέραινας, έχουν κι αυτοί το δίκιο τους, να θέλουν να ξεφύγουν από τη μιζέρια της φτώχιας, που δεν τους είναι καθόλου γνώριμη, πόσο μάλλον υποφερτή. Απ’ την αρχή του έργου, προδίδονται οι προθέσεις τους, που δεν είναι άλλες, απ’ το να πείσουν την αρχόντισσα να πουλήσει το μυστικό για τη θεραπεία της θέλλας (του καταρράκτη δηλαδή) καθώς κι άλλων λιγότερο σοβαρών “οπτικών” παθήσεων, στον παμπόνηρο και αριβίστα κ. Πάπουνζα (απίστευτα αποδοτικός στο ρόλο του ο Κώστας Ζέκος), ο οποίος εμφανίζεται ως ο Από Μηχανής Θεός. Έχοντας ήδη θαμπώσει τα μάτια του ευκολόπιστου Μανώλη (πειστικότατος ο Χρήστος Ευθυμίου) και της φιλοχρήματης Τασίας (αμεσότατη και πολύ άνετη στο ρόλο της η Αννέτα Παπαθανασίου) με την υπόσχεση του εύκολου πλουτισμού, ευελπιστεί να καταφέρει το ίδιο και με την ίδια την Βαλέραινα, ώστε να της αποσπάσει την πολυπόθητη πληροφορία. Εκείνη όμως παραμένει ανένδοτη, ενώ ταυτόχρονα καταλαβαίνει  τις δόλιες προθέσεις του, ζητώντας την ηθική υποστήριξη της νέας γενιάς και συγκεκριμένα του εγγονού της, του Παυλάκη (τον υποδύεται με ενθουσιασμό και το απαραίτητο νεανικό θράσος ο Στέλιος Καραγεωργίου), όντας σίγουρη ότι εκείνος θα καταλάβει το δισταγμό της. Προς μεγάλη της απογοήτευση, θα διαπιστώσει, ότι οι απόψεις των νέων, πολλές φορές δεν διαφέρουν στο ελάχιστο, απ’ αυτές των γονιών τους, ειδικά όταν σχετίζονται με το κέρδος. 

Αποκαρδιωμένη κι ανήμπορη να τα βάλει με τις ραγδαίες αλλαγές, που συντελούνται μέσα στο ίδιο της το σπίτι, οχυρώνεται στον εαυτό της και πεισμώνει όλο και περισσότερο, μέχρι την καταλυτική παρέμβαση της αφοσιωμένης παραδουλεύτρας της, της Όρσολας (υποδειγματική η ερμηνεία της Ελένης Βουτυρά). Η απλοΐκή γυναίκα με την αμεσότητα της παράκλησης της, ν’ αποκαλύψει το περιβόητο μυστικό (“σκότωσε με, αλλά δώστο!”) και την αφοβιά των ανθρώπων που δεν είχαν ποτέ τίποτα, για ν’ ανησυχούν μήπως το χάσουν, κλονίζει την σιγουριά της κοντέσσας 
δρώντας σαν καταλύτης στην επίτευξη  
της τελικής μεταστροφής της.

Όταν η νύφη της έρχεται περιχαρής να της ανακοινώσει ότι βρήκε την “χρυσή τομή”, ώστε να μη χρειαστεί ούτε τα πιστεύω της να προδώσει, μα ούτε και να καταστραφούν ολοσχερώς από το πείσμα της, εκείνη έχει ήδη πάρει τις αποφάσεις της. Παραδίδει χωρίς περαιτέρω αντιστάσεις το μυστικό της, το οποίο τελικά αποδεικνύεται πως ήταν εντελώς κοινό, αφού η παρασκευή του φαρμάκου απαιτούσε μόνο δύο ευτελή υλικά (ζάχαρη & σουπιοκόκαλα), τα οποία ήξεραν όλοι, εξαρχής, ποια είναι, ενώ το τρίτο…το επιπλέον συστατικό, ουδέποτε υπήρξε στ’ αλήθεια. Η έξυπνη Βαλέραινα το είχε επινοήσει, προκειμένου να τους αποπροσανατολίσει και να προστατεύσει αυτό, που της είχε δοθεί από την πεθερά της, ως ιερό κειμήλιο. Κι ενώ όλα φαίνονται να οδεύουν προς ένα αίσιο τέλος, το όνειρο που τάραξε την Τασία, έμελλε να είναι προφητικό. 
“Βροχή από χρυσά νομίσματα πάνω σε μαύρο πευκί, δεν είναι καλός οιωνός”…

Την ώρα που καταφθάνει ο γιος της κοντέσσας με το χαρτί του διορισμού στο χέρι, η Τασία του ανακοινώνει την αποκάλυψη του μυστικού, η οποία δεν έχει πια και τόσο μεγάλη σημασία, αφού κι εκείνος με τη σειρά του της αποκαλύπτει, ότι ο Πάπουνζας αποδείχθηκε μεγάλος απατεώνας, γεγονός που σήμαινε αυτόματα, ότι η εμπορική εκμετάλλευση του γιατρικού της κοντέσσας έπρεπε, ν ‘ αναβληθεί επ’ αόριστον. Δυστυχώς δεν ισχύει το ίδιο και για τον θάνατο. Η Βαλέραινα μην αντέχοντας να ζήσει μετά την αθέτηση του όρκου της, ήπιε δηλητήριο για ν’ αυτοκτονήσει, θεωρώντας  πως μόνο με τον δικό της χαμό, θα μπορούσαν, να σωθούν οι υπόλοιποι. 

Με τον Μανώλη αποκατεστημένο επαγγελματικά, τον Παυλάκη βαθιά προβληματισμένο και την Τασία έτοιμη ν΄αναλάβει το ρόλο της προκατόχου της, η κοντέσσα Βαλέραινα αφήνει την τελευταία της πνοή εκτός σκηνής, ενώ οι θρήνοι των συγγενών και της Όρσολας διαχέονται στον χώρο, μέσω ενός σύντομου και αφαιρετικού voice over. Ο σκηνοθέτης της παράστασης δεν μας επιτρέπει, να την δούμε νεκρή. Η κοντέσσα εισέρχεται για τελευταία φορά στη σκηνή, ολοζώντανη, αν και πεθαμένη, με τα μαλλιά της λυτά και το πρόσωπο της να λάμπει, πλήρως δικαιωμένη κι ας θυσίασε τη ζωή της για μια φενάκη.

Στο τέλος της παράστασης είδα πολλά βουρκωμένα μάτια και μια γνήσια αγανάκτηση, για το άδικο τέλος ενός ηθικού ανθρώπου, που η “ανάγκη” (λέξη-κλειδί του έργου), τον σκότωσε. Δυστυχώς όλοι μας έχουμε ακούσει ή ακόμα χειρότερα βιώσει μέσα από τον στενό ή ευρύτερο κύκλο γνωριμιών μας, περιπτώσεις αυτοκτονιών λόγω οικονομικής ανέχειας ή συσσωρευμένων χρεών, οπότε ο λόγος του Ξενόπουλου, δεν θα μπορούσε να φαντάζει πιο επίκαιρος. Το θερμό χειροκρότημα του κοινού, δικαίωσε την επιλογή του Γιώργου Φρατζεσκάκη, ν’ ανεβάσει το συγκεκριμένο θεατρικό έργο, με τον συγκεκριμένο τρόπο και κυρίως με τους συγκεκριμένους συντελεστές.  

Κάθε Δευτέρα και Τρίτη, στις 9 το βράδυ & κάθε Σάββατο στις 6.30 το απόγευμα, στο θεάτρο ELIART
Το μυστικό της Κοντέσσας Βαλέραινας”
μας αποκαλύπτεται πιο πολύτιμο από ποτέ.

Μην το χάσετε!





ELIART,

Κωνσταντινουπόλεως 127, Βοτανικός
Τηλ. 210 3477677


Συγγραφέας

Γρηγόριος Ξενόπουλος

Σκηνοθέτης

Γιώργος Φρατζεσκάκης

Ηθοποιοί

Μαρία Σκούντζου, Αννέτα Παπαθανασίου, Χρήστος
Ευθυμίου, Ελένη Βουτυρά, Κώστας Ζέκος 
Στέλιος Καραγεωργίου

Συντελεστές


Σκηνικό – Κοστούμια: Σάββας Πασχαλίδης. 

Μουσική επιμέλεια: Μαρία Χριστίνα Κριθαρά, Γιώργος 
Φρατζεσκάκης. 

Φωτισμοί: Παναγιώτης Μανούσης. 

Βοηθοί Σκηνοθέτη: Ελένη Βουτυρά, Στέλιος 
Καραγεωργίου.

Φωτογραφίες: Frank Kotsos photography 

Γεράσιμος Μηνιάτης

Πότε


11 Φεβρουαρίου

Μέχρι Πότε


31 Μαΐου

Τι ώρα

Δευτέρα & Τρίτη στις 21:00 & 

κάθε Σάββατο στις 18:30 απογευματινή

Διάρκεια


90′

Διάλειμμα


Όχι

Εισιτήρια


15 € – Φοιτητές & Άνεργοι: 10 €



ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΓΡΑΦΕΙ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΛΕΙΤΑΙ 
Η ΛΙΛΑ ΠΑΠΑΠΑΣΧΟΥ
Advertisements