Tags

Στάθης Ιντζές

Οι τελευταίοι φανατικοί της στρωματσάδας

Νουβέλα, Εκδόσεις Θράκα

 

Του Γιώργου Λίλλη*

Δεν μου αρέσουν οι μεταμοντέρνοι πειραματισμοί στον πεζό λόγο. Θέλω όταν διαβάζω ένα μυθιστόρημα να έχει ένα συγκεκριμένο στόχο και να εμβαθύνει στους ήρωές του. Η νουβέλα “Οι τελευταίοι φανατικοί της στρωματσάδας”, του Στάθη Ιντζέ, είναι ένα βιβλίο που εκπληρώνει τους παραπάνω στόχους. Έχουμε να κάνουμε με δυο παράλληλες ιστορίες οι οποίες ενώνονται στο τέλος του βιβλίου με ένα απρόβλεπτο και πολύ πετυχημένο τρόπο. Στην πρώτη αφήγηση, ο συγγραφέας μιλά σε πρώτο πρόσωπο. Ο ήρωας έγκλειστος, χωρίς να ξεκαθαρίζεται που, παρακολουθεί επί ώρες τηλεόραση στο καναπέ, ενώ αναπολεί την ζωή του. Τα χρόνια που οι γονείς του πολυάσχολοι τον έχουν αφήσει στην θεία του, μια επαναστάτρια λεσβία, όπου του μαθαίνει το έρωτα ανατρέποντας την παιδική του αθωότητα. Μετά τον παρακολουθούμε έφηβο, στο σχολείο, αργότερα στο στρατό. Ο Ιντζές με γλαφυρό τρόπο και με μαεστρία περιγράφει μέσα από γεγονότα τον ψυχισμό του ήρωα. Είναι ένας μελαγχολικός τύπος, παθιασμένος στις καθημερινές του συνήθειες, μοναχικός, που ψάχνει επίμονα στο παρελθόν για απαντήσεις. Στην δεύτερη αφήγηση, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη ν τριτοπρόσωπη μορφή. Εδώ πρωταγωνιστές είναι ο Ορέστης και η Έλλη. Έχουν πάει για κατασκήνωση και επιστρέφουν στην Αθήνα, χωρίς αυτοκίνητο, μέχρι που τους έπιασε μια δυνατή μπόρα και βρήκαν καταφύγιο σ΄ ένα εγκαταλειμμένο σπίτι, μαζί με άλλους τουρίστες που είχαν καταφύγει κι εκείνοι για τον ίδιο λόγο στην οικοδομή. Είναι και οι δυο τους πολύ ερωτευμένοι, αλλά ο Ορέστης έχει μελαγχολήσει γιατί η Έλλη είναι απόμακρη και σκεφτική. Η γνωριμία τους με ένα ζευγάρι Άγγλων και η διαμονή τους για λίγο στον αδερφό του άντρα ο οποίος ζει στην Ελλάδα χρόνια και είναι αρκετά ευκατάστατος, δεν τους αλλάζει την διάθεση. Ο Ορέστης ήταν δάσκαλος χορού και γνώρισε την Έλλη όταν γράφτηκε στην σχολή του. Εκείνη ήταν φοιτήτρια της αρχιτεκτονικής. Ερωτεύτηκαν παράφορα και νοίκιασαν ένα ημιυπόγειο στην Κυψέλη όπου ζούσαν μαζί. Ο Ορέστης ήταν συνέταιρος με τον φίλο του στην σχολή χορού, αλλά αποφάσισε να ανοίξει μόνος του σχολή. Είχε μάλιστα μετά από κόπο βρει ένα ακίνητο στην Κυψέλη. Τα οικονομικά τους δεν ήταν ανθηρά, αλλά ήταν αισιόδοξοι. Νέοι άνθρωποι με όρεξη για ζωή. Και τότε, συμβαίνει η μεγάλη ανατροπή. Η Έλλη πεθαίνει από μια ανίατη αρρώστια και ο Ορέστης, από την μια μέρα στην άλλη, βλέπει τον κόσμο του να γκρεμίζεται. Στο τελευταίο κεφάλαιο, μαθαίνουμε ποιος είναι ο ήρωας που μιλάει σε πρώτο πρόσωπο. Είναι ο Ορέστης. Γράφει: “Μου πήρε σαράντα πέντε χρόνια να καταλάβω ότι το δωμάτιό μου δεν ήταν ενοικιαζόμενο σε μια από τις ταχέως αναπτυσσόμενες περιοχές της Αττικής, ούτε καν μια λιτή μεζονέτα με θέα τον Υμηττό, παρά μια κλίνη σε ψυχιατρική κλινική με θέα ένα ασφάλτινο ποτάμι που παρέμενε στάσιμο έξω από το παράθυρο και πάνω του έπλεαν θορυβωδώς τετράτροχα ιστιοφόρα δίχως πανιά”. Ο Στάθης Ιντζές εμβαθύνει στην απώλεια και τις επιπτώσεις της στον ψυχισμό του ήρωα. Οι παράλληλες αφηγήσεις, είναι ένα ωραίο τέχνασμα για να γνωρίσουμε λεπτομέρειες από την ζωή του πρωταγωνιστή. Η εύθραυστη ψυχολογία του, λόγω διαφόρων καταστάσεων που πέρασε ως παιδί, ειδικά η αδιάφορη παρουσία του πατέρα του στην ζωή του, ή η σκληρή αντιμετώπιση από την μητέρα του, τον επηρέασαν βαθιά. Με τον απρόσμενο θάνατο της Έλλης, όλες εκείνες οι μνήμες και τα βιώματα ξέσπασαν και τον οδήγησαν στην κατάρρευση. Η νουβέλα του Ιντζέ παρουσιάζει με άμεσο τρόπο πόσο εύκολα μπορούμε να βρεθούμε εκτεθειμένοι, πόσο μικρή και εύθραυστη είναι η ζωή μας. Ο ήρωάς του παλεύει πλέον με τα φαντάσματα του παρελθόντος, σ΄ ένα σκοτεινό δωμάτιο, αναζητώντας έναν τρόπο να ξεπεράσει εκείνη την μεγάλη σκιά που ήρθε να αλλάξει τον τρόπο που σκέφτονταν. Ο θάνατος, η απόρριψη των γονέων, και τελικά η έλλειψη αγάπης, μας οδηγεί στο αδιέξοδο. Ο Στάθης Ιντζές έγραψε πραγματικά ένα σπουδαίο έργο, άμεσο, αληθινό, που το προτείνω ανεπιφύλακτα. 

 

*Ο Γιώργος Λίλλης γεννήθηκε στη Γερμανία το 1974. Ένα χρόνο αργότερα με την οικογένειά του εγκαθίσταται στην Ελλάδα. Στην αρχή στην Αθήνα και μετά στο Αγρίνιο, τόπο καταγωγής του, μέχρι την επιστροφή στη Γερμανία το 1996 όπου ζει και εργάζεται από τότε. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά κι έχουν παρουσιαστεί σε περιοδικά και ανθολογίες του εξωτερικού. Μεταφράσεις, ποιήματα και δοκίμιά του έχουν δημοσιευτεί και σε διάφορα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά (ΠοίησηΜανδραγόραςΔέντροΑκτήΓραφή). Επιμελείται ραδιοφωνικές εκπομπές στη Γερμανία στις οποίες παρουσιάζει Έλληνες ποιητές και μουσικούς (μεταξύ άλλων τους Νίκο Καββαδία, Νικόλα Άσιμο και Μίκη Θεοδωράκη). Έχει μεταφράσει στα ελληνικά Βισλάβα Σιμπόρσκα, Έριχ Φριντ, Λι Τάι Πε καθώς και Ινδιάνους ποιητές.

Έργα του: ‘Ίχνη στο χιόνι (μυθιστόρημα 2012), Μικρή διαθήκη (ποιήματα 2012)Τα όρια του λαβυρίνθου (ποιήματα, 2008), Στο σκοτάδι μετέωρος (ποιήματα, 2003), Η χώρα των κοιμώμενων υδάτων (ποιήματα, 2001), Το δέρμα της νύχτας (ποιήματα, 1999).

Advertisements