εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Ελευθερία Μπέλμπα*
εισαγωγικά
Κατά γενική παραδοχή, ο Αρχίλοχος τοποθετείται στο πρώτο μισό του έβδομου αιώνα. Γεννήθηκε στη ΠάροO Lesky αναφέρει την άποψη ότι ο Αρχίλοχος ήταν νόθος γιος του Τελεσικλή, που γεννήθηκε περίπου το 680 π.Χ. από τη δούλη Ενιπώ. Προφανώς δεν ανήκε στην ανώτερη τάξη, αλλά μάλλον σε μια τάξη επαγγελματιών στρατιωτών. Στα ποιήματά του μιλάει συχνά για τη στρατιωτική ζωή και για τις μάχες κυρίως στη θρακική περαία της Θάσου. Η ποιητική ακμή του τοποθετείται στην περίοδο 670-640 π.Χ. Υπηρέτησε στη Θάσο πιθανόν ως μισθοφόρος. Πολέμησε στην Ιωνία, στη Θράκη, στη Μακεδονική Τορώνη και στην Εύβοια. Μάλιστα υπερασπίστηκε την Πάρο αποκρούοντας τις επιθέσεις της γειτονικής Nάξου κι έτσι σκοτώθηκε. Έγραψε ποιήματα, ελεγείες, ύμνους σε ιαμβικόκαι τροχαϊκό μέτρο. Εισήγαγε το λόγιο ίαμβο για σατιρική χρήση. Εμπνέονταν απ’ το έπος, επιστρατεύοντας νέες λέξεις και ιδιωματισμούς. Ολιγόστιχα, σε ποικίλα μέτρα και στροφικούς συνδυασμούς τα ποιήματά του (ελεγειακά δίστιχα, ιαμβικά τρίμετρα, τροχαϊκά τετράμετρα, επωδοί) με τη χρήση του α΄ προσώπου. Κυρίαρχα θέματα ήταν ερωτικά, συμποτικά, πολιτικά, ηθικά, ενώ αναδεικνύεται η εποχή όταν οι άνδρες ζούσαν σε διαρκή πολεμική προπαρασκευή.
ποιήματα
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, που διασώζει το απόσπασμα, οι στίχοι εκφέρονται από τον μαραγκό (τέκτονα) Χάρωνα. Μετά την απόρριψη των παραδεδεγμένων αξιών (εκπορευόμενων από τον πλούτο και τη δύναμη), ενδεχομένως ακολουθούσε η κατάφαση των ηθικών ιδεωδών.
ο μοι τ Γύγεω το πολυχρύσου μέλει,
οδ ελέ πώ με ζλος, οδ γαίομαι
θεν ργα, μεγάλης δ οκ ρέω τυραννίδος·
πόπροθεν γάρ στιν φθαλμν μν.
Δε νοιάζομαι για τα πλούτη του Γύγη που είναι γεμάτος χρυσό
ούτε με κυρίεψε ποτέ η ζήλεια, ούτε θαμπώνομαι
από τα έργα των θεών και δεν επιθυμώ την ισχυρή τυραννίδα·
διότι είναι τόσο μακριά από τα μάτια μου.
Ο φιλέω μέγαν [D60, 114W]
Οι στίχοι είναι γραμμένοι σε καταληκτικό τροχαϊκό τετράμετρο (επισημαίνεται για πρώτη φορά στον Αρχίλοχο, απαρτίζεται από 15 μετρικές θέσεις). Στους δύο πρώτους στίχους, λεπτομέρειες της εξωτερικής όψης αποτυπώνουν την εικόνα του τυπικού στρατηγού, στην οποία αντιδιαστέλλεται ο ιδανικός στρατηγός, ο δύσμορφος, μικροκαμωμένος, αλλά απόλυτα γενναίος.
ο φιλέω μέγαν στρατηγν οδ διαπεπλιγμένον
ο
δ βοστρύχοισι γαρον οδ πεξυρημένον,
λλά μοι σμικρός τις εη καπερ κνήμας δεν
οικός, σφαλέως βεβηκς ποσσί, καρδίης πλέως.
Δεν αγαπώ τον ψηλόσωμο στρατηγό ούτε αυτόν που βηματίζει μ’ ανοιχτά βήματα ούτε κι έναν υπερήφανο για τις πλεξούδες των μαλλιών του ούτε κι αυτόν που ξυρίζει για λίγο τα γένια του,
αλλά θα ήθελα να είναι ένας κοντού αναστήματος και στραβοπόδης ως προς την εμφάνιση των κνημών,
πατώντας με τα πόδια του στερεά γεμάτος τόλμη.
σπίδι μέν [B6,5W]
Στο κείμενο κυριαρχεί το θέμα του ριψάσπιδος πολεμιστή. Δεν πιστοποιείται αν αφόρμηση είναι προσωπική εμπειρία του Αρχιλόχου, μολονότι είναι έκδηλο το δραματικό στοιχείο, όταν ο ποιητής, σε αντίθεση με το επικό ιδεώδες, προκρίνει τη σωτηρία της ζωής, παρά τον ένδοξο θάνατο στο πεδίο της μάχης.
σπδι μν Σαων τις γλλεται͵ν παρ θμνωι͵
ντος μμητον͵κλλιπον οκ θλων·
α
τν δ΄ ξεσωσα. τ μοι μλει σπς κενη;
ρρτω· ξατις κτσομαι ο κακω.
κάποιος βέβαια από τους Σαΐους θα χαίρεται για την ασπίδα μου την οποία,
χωρίς να θέλω, άφησα κοντά σ’ ένα θάμνο, όπλο εξαίρετο˙ 
ωστόσο τον εαυτό μου γλίτωσα. Τι με νοιάζει εκείνη η ασπίδα;
Ας πάει να χαθεί˙ πάλι θ’ αποκτήσω άλλη καλύτερη.
θυμέ, θύμ’ [D67a, 128W]
Το ποίημα αναφέρεται στα βάσανα που ταλανίζουν την ψυχή. Σε τόσο παραινετικό ο ποιητής προτάσσει την ανάγκη του μέτρου στια συναισθήματα και τις αντιδράσεις. Ούτε πολύ ευφροσύνη στις χαρές ούτε υπερβολική λύπη στις δυσμένειες, ώστε να διατηρηθεί μια ισορροπία στον κόσμο.
θυμέ͵ θμ΄͵μηχνοισι κδεσιν κυκμενε͵
ναδευ δυσμενν δ΄ λξεο προσβαλν ναντον
στ
ρνον † νδοκοισιν χθρν πλησον κατασταθες
σφαλως· κα μτε νικων μφδην γλλεο͵
μηδ
νικηθες ν οκωι καταπεσν δρεο͵
λλ χαρτοσν τε χαρε κα κακοσιν σχλα
μ
λην͵ γνωσκε δ΄ οος υσμς νθρπους χει.
Ψυχή, ψυχή, που ταράζεσαι από ανυπόφορες θλίψεις,
αναθάρρησε κι υπερασπίσου τον εαυτό σου στρέφοντας
το στήθος σου εναντίον των εχθρών˙
κι ούτε να χαίρεσαι δημόσια, όταν νικάς,
ούτε όταν νικηθείς να πέσεις κάτω και να θρηνείς στο σπίτι σου,
αλλά και για τα ευχάριστα να χαίρεσαι και για τα δυσάρεστα να λυπάσαι
με μέτρο˙ και μάθε ποιος ρυθμός κυβερνά τους ανθρώπους.
                                                                               
τος θεος [D58, 130W]
Στο ποίημα καταγράφεται η επίδραση των θεών στην ευτυχία και τη δυστυχία. Ανάλογα με τη θεϊκή βούληση, μεταβάλλεται η τύχη του ανθρώπινου βίου. Άλλον οι θεοί διασώζουν απ’ τις δυσμένειες κι άλλον, αν και απολαμβάνει την ευπραγία, τον ρίχνουν στα βάσανα.
Τος θεος† τ΄ εθεῖά πάντα†· πολλκις μν κ κακν
νδρας ρθοσιν μελανηι κειμνους π χθονί͵
πολλ
κις δ΄ νατρπουσι καμλ΄ ε βεβηκτας
πτους͵ κενοις δ΄ πειτα πολλ γνεται κακά͵
κα
βου χρμηι πλανται κα νου
Να τα εμπιστεύεσαι όλα στους θεούς˙ πολλές φορές
ανορθώνουν τους ανθρώπους που από το βάρος της δυστυχίας έχουν πέσει πάνω
στη μαύρη γη, συχνά όμως τους ανατρέπουν και τους ρίχνουν κάτω
ανάσκελα, ακόμα κι όταν στέκονται καλά στα πόδια τους˙
σ’ εκείνους έπειτα συμβαίνουν πολλές συμφορές κι ο άνθρωπος,
λόγω της έλλειψης των απαραίτητων αγαθών για τη ζωή, περιφέρεται
και παράφρων.
χρημάτων επλον [D 74, 112W]
Η παραπομπή στην έκλειψη ηλίου (στ. 1-4) πιθανόν αφορά το γεγονός της 6ηςΑπριλίου 648 π.Χ. Έτσι ο ποιητής διαπιστώνει ότι τα παράλογα φαινόμενα κι οι ανατροπές στη φυσική ισορροπία εκπορεύονται από τη δύναμη των θεών.
Χρημάτων επλον οδέν στιν οδ’ πώμοτον
οδέ θαυμάσιον, πειδή Ζεύς πατήρ λυμπίων
κ μεσαμβρίης θηκε νύκτ’, ποκρύψας φάος
λίου λάμποντος, λυγρόν δ’ λθε π’ νθρώπους δέος.
κ δέ το καί πιστά πάντα κπίελτα γίνεται
νδράσιν· μηδείς θ’ μέων εσορέων θαυμαζέτω
μηδ’ άν δελφσι θρες νταμείψωνται νομόν
νάλιον, καί σφιν θαλάσσης χέεντα κύματα
φίλτερ’ πείρου γένηται, τοσι δ’ λέειν ρος.
Δεν υπάρχει κανένα πράγμα ανέλπιστο ούτε χωρίς όρκο
ούτε παράξενο, διότι ο Δίας, ο πατέρας των Ολυμπίων θεών,
απ’ το μεσημέρι έφερε τη νύχτα, αφού έκρυψε το φως
που λαμπερού ηλίου και κατέλαβε ψυχρός φόβος τους ανθρώπους.
Βέβαια όλα τώρα γίνονται πιστευτά και τα αντέχουν
οι άνθρωποι· κανείς να μη θαυμάζει, αν βλέπει
με τα δελφίνια ν’ αλλάζουν τα άγρια ζώα τη θαλάσσια
κατοικία τους και τα ηχηρά θαλάσσια κύματα γι’ αυτούς
γίνονται πιο ποθητά απ’ τη στεριά και για κείνα το βουνό.
κήδεα μέν στονόεντα [D7, 13W]
Ο Αρχίλοχος με το ελεγειακό ποίημα θρηνεί για το γαμπρό του που πνίγηκε σε ναυάγιο. Απευθυνόμενος στον Περικλή, έναν συντοπίτη του, πρεσβεύει ότι καμιά ψυχαγωγία δε θ’ ανακουφίσει το πένθος. Θεωρεί ως ιδανική την αντοχή στις συμφορές κι αποποιείται τις ανώφελες οιμωγές.
Κήδεα μέν στονόεντα Περίκλεες οτ τις στν
μεμφμενος θαληις τρψεται οδπλις·
τοους γρ κατ κμα πολυφλοσβοιο θαλσσης
κλυσεν͵ οδαλους δ΄ μφ’ δνηις χομεν
πνεμονας. λλθεο γρ νηκστοισι κακοσιν
φλ’ πκρατερν τλημοσνην θεσαν
φρμακον. λλοτε λλος χει τδε· νν μν ς μας
τρπεθ’͵ αματεν δ΄ λκος ναστνομεν͵
ξατις δ’ τρους παμεψεται. λλτχιστα
τλτε͵γυναικεον πνθος πωσμενοι.  
Ούτε κάποιος απ’ τους πολίτες με την έγνοια στις συμφορές,
Περικλή, γογγύζοντας στο γλέντι θα χαρεί ούτε η πόλη·
γιατί σκέπασε τόσους το κύμα της πολυτάραχης θάλασσας
κι έχουμε απ’ τους πόνους φουσκωμένους
πνεύμονες. Αλλά στις αγιάτρευτες συμφορές οι θεοί,
φίλε, μας έδωσαν ισχυρή υπομονή,
φάρμακο. Κάθε φορά αυτές τις συμφορές τις έχει άλλος·
τώρα βέβαια στράφηκαν σ’ εμάς και θρηνούμε
για το ματωμένο τραύμα,
πάλι όμως άλλους θα επισκεφτεί διαδοχικά. Αλλά πολύ γρήγορα

να κάνετε κουράγιο, διώχνοντας το πένθος που ταιριάζει σε γυναίκες. 

*Η Ελευθερία Μπέλμπα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός. Δοκίμια, μεταφράσεις, κριτικές λογοτεχνίας της ίδιας έχουν δημοσιευτεί στο λογοτεχνικό τύπο. Αποσπάσματα του έργου της περιλαμβάνονται σε ανθολογίες. Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η. [Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων των Πέντε Ηπείρων].Εκδόσεις: ♦ «Φθινοπωρινές νότες», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1994 ♦ «Δίχτια», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1996 ♦ «Poesis modus», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1996 ♦ «Γλωσσική διδασκαλία για την Α΄ Λυκείου», (γραμματικά-συντακτικά φαινόμενα της αρχαίας ελληνικής), Γρηγόρη, 1997 ♦ «Αμόλεχος», ποίηση, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1999 ♦ «Έαρος νυχτερινό κατευόδιο», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 2000 ♦ «Η κυρία Άλρα», ποιήματα, Ανατολικός, Αθήνα 2002 ♦ «Άσκηση πάνω στα δοκίμια του Αλέκου Βασιλείου», δοκίμια, Αθήνα 2003 ♦ «Προς τους ολυμπιακούς αγώνας εν Αθήναις, 2004», ποίηση-περιλαμβάνεται στο «Ολυμπιακό αφιέρωμα 2004- Ανθολογία της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.», Γερμανία, 2004 ♦ «Πολιτική θεωρία», ποιήματα-περιλαμβάνονται στον «Φιλολογικό Κόσμο- Ανθολογία», Ατέρμονο, Αθήνα 2006 ♦ «Οδοιπορικό στη γραμμή του θέρους (επιστολή στον Ίωνα)», ποίηση-περιλαμβάνεται στην «4η Ανθολογία της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.», Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2009

Advertisements