Π Ρ Ο Σ Ω  Π Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α 


ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΛΙΟΤΣΟΣ

Ήταν παιδικό σου όνειρο να γίνεις ηθοποιός, ή σου προέκυψε στην πορεία, μεγαλώνοντας;

Δεν ήταν καθόλου παιδικό όνειρο. Δεν σκεφτόμουν ποτέ να γίνω ηθοποιός. Προέκυψε μ’ έναν τρόπο, που δεν έχω καταλάβει πως ακριβώς και νομίζω ότι ακόμα και τώρα δεν γνωρίζω, γιατί κάνω αυτή τη δουλειά.



Ποιο είναι το πιο δύσκολο κομμάτι της δουλειάς του ηθοποιού; Ο ίδιος ο ρόλος, που καλείται κάθε φορά να αντιμετωπίσει ή διάφορες άλλες παράμετροι, οι οποίες δεν εξαρτώνται απ’ τον ίδιο;

Νομίζω ότι είναι όλα δύσκολα. Κάθε κομμάτι μιας συνεργασίας και μιας δουλειάς πάνω σ’ ένα ρόλο, έχει τη δική του δυσκολία. Τόσο η διαδικασία διερεύνησης ενός ρόλου έχει δυσκολίες, όσο και οι εκάστοτε συνθήκες που έχει ν’ αντιμετωπίσει ένας ηθοποιός, είτε είναι σ’ ένα θίασο, μια ομάδα, είτε ως μεμονωμένος καλλιτέχνης. Θεωρώ, ότι όλα έχουν το βαθμό δυσκολίας τους, όμως αυτό είναι και το πιο ωραίο. Συνθέτοντας δηλαδή σιγά-σιγά ένα παζλ δυσκολιών, προσπαθείς μέσα απ’ αυτές τις αντιξοότητες, να βρεις το σημείο που σε συνδέει μ’ αυτό που κάνεις, συνειδητοποιώντας εντέλει και γιατί το κάνεις, όσο μπορείς…


Θεωρείς ότι οι Έλληνες ηθοποιοί, εκπαιδεύονται επαρκώς πάνω στην τέχνη της υποκριτικής ή «καταστρέφονται» από τις Δραματικές Σχολές; Υπάρχουν στις μέρες μας πραγματικά αξιόλογοι δάσκαλοι, αυθεντικοί θεατράνθρωποι, όπως θες πες το.

Καταρχάς νομίζω ότι οι Έλληνες ηθοποιοί, είναι πολύ καλοί ηθοποιοί. Απλά δεν έχουν σωστή εκπαίδευση. Έχουν ένα ένστικτο εκπληκτικό, που νομίζω, ότι δύσκολα μπορείς να το βρεις στο ίδιο επίπεδο, σε ηθοποιούς άλλων χωρών. Το πρόβλημα είναι η εκπαίδευση. Δεν ξέρω αν «καταστρέφουν» τους ηθοποιούς οι Δραματικές Σχολές. Εγώ πιστεύω, πως αν ξεκινούσα τώρα, δεν θα πήγαινα σε δραματική σχολή. Θα έκανα σεμινάρια, πάνω σε ειδικά θέματα, που μ’ ενδιαφέρουν και θα συγκέντρωνα μια ύλη σπουδών και κάπως έτσι θα πορευόμουν μετά και στη δουλειά. Υπάρχουν, θεωρώ, δάσκαλοι πολύ καλοί. Υπάρχουν και νέοι δάσκαλοι καλοί, νέα παιδιά δηλαδή, που νομίζω ότι μπορείς να πάρεις πράγματα. Βέβαια όλα αυτά είναι και λίγο σχετικά, γιατί αν ο ίδιος ο ηθοποιός δεν συνειδητοποιήσει αυτό που κάνει μέσα από ένα μάθημα, από ένα σεμινάριο, από μια δραματική σχολή, δεν νομίζω ότι ένας δάσκαλος μπορεί, να τον βοηθήσει 100%. Πρέπει να φιλτράρει αυτό που δέχεται σαν πληροφορία και σαν γνώση, μέσα από τα προσωπικά του βιώματα, για να γίνει προσωπική γνώση. Νομίζω, ότι ο ηθοποιός πρέπει ν’ αποκτάει προσωπική γνώση σε οτιδήποτε, η οποία στην πορεία, να γίνεται εκπαίδευση…προσωπική εκπαίδευση. Δεν υπάρχει συνταγή στη γνώση του ηθοποιού. Είναι μια γνώση που πρέπει διαρκώς να ανανεώνεται και δεν σταματάει κάπου, ποτέ.

Πιστεύεις ότι η Τέχνη οφείλει να είναι «στρατευμένη», ειδικά όταν οι καιροί το επιβάλλουν; Ή μήπως το «όλα για την τέχνη» είναι σαφώς πιο ανώδυνο; Για σένα η Τέχνη οφείλει να αντανακλά απλά την ζωή, ή αντίθετα πρέπει να τηρεί τις αποστάσεις της και να αντιπροτείνει; Υπάρχουν πραγματικά AvantGardeκαλλιτέχνες στις μέρες μας ή ζούμε στην εποχή της «ανακύκλωσης»;

Λοιπόν, δεν ξέρω τι ακριβώς να σου απαντήσω σ’ αυτήν την πολυδιάστατη ερώτηση. Νομίζω ότι η Τέχνη πρέπει να συμβαδίζει με την πραγματικότητα, αλλά και να είναι μπροστά απ’ αυτήν. Σαν να είναι μία κλειδαρότρυπα, που προσπαθείς να κοιτάξεις μέσα απ’ αυτήν και να φανταστείς, πως θα μπορούσε να είναι ο κόσμος, πως θα μπορούσε να είναι ο άνθρωπος. Στην Τέχνη καταρχάς, θεωρώ ότι έχουν ειπωθεί όλα, δεν υπάρχει κάτι καινούργιο. Ο τρόπος έχει να κάνει περισσότερο. Πως μπορείς να δείξεις κάτι. Δεν ξέρω αν υπάρχει καινοτομία και όλα τα σχετικά αλλά βλέπω παράλληλα, ότι υπάρχει μια τέτοια ανάγκη των καλλιτεχνών. Θέλουν, να πρωτοτυπήσουν. Πιστεύω, ότι πρωτοτυπείς μόνο, όταν έχεις πραγματική ανάγκη να πεις κάτι και νομίζω, ότι το πιο καινοτόμο είναι αυτό. Όταν έχεις πραγματικά να πεις κάτι, είναι αυτόματα και μοντέρνο και σύγχρονο και πειραματικό.


Βλέπουμε συχνά δημοφιλείς ηθοποιούς να αναπαράγουν υποκριτικά μια συγκεκριμένη μανιέρα. Θεωρείς ότι αυτό είναι προσωπική τους επιλογή ή ευθύνεται κατά ένα μεγάλο ποσοστό και το κοινό ή οι σκηνοθέτες αντίστοιχα, που τους έχουν κολλήσει μια συγκεκριμένη ετικέτα. Π.χ. ο τάδε είναι κωμικός, ό δείνα είναι δραματικός ηθοποιός, η δείνα είναι ενζενί, η τάδε είναι καρατερίστα και ούτω καθεξής…

Μιλάμε για μια κατηγορία ηθοποιών, με τους οποίους καλώς ή κακώς δεν έχω καμία σχέση, οπότε δεν ξέρω πως λειτουργούν ακριβώς τα πράγματα, γι’ αυτούς τους αναγνωρισμένους ας πούμε, ηθοποιούς. Σίγουρα φαντάζομαι, ότι κάποιοι «μανιερίζονται», σκεπτόμενοι και λίγο το οικονομικό πακέτο. Όταν η τηλεόραση δηλαδή τους ζητάει κάτι συγκεκριμένο, γιατί έχουν καταλάβει ότι έχουν μια πέραση σ’ αυτό, θα το κάνουν και για βιοποριστικούς λόγους κι αυτό θα μπορούσε να είναι και θεμιτό, ως ένα βαθμό. Αλλά εξακολουθεί να μου είναι άγνωστο και δεν ξέρω, αν θέλω να μπω στην διαδικασία ν’ ασχοληθώ μ’ αυτό. Δεν είμαι σ’ αυτήν την κατηγορία, δεν είμαι σ’ αυτόν τον κύκλο, οπότε δεν μπορώ ν’ απαντήσω αντικειμενικά.


Με ποιο κριτήριο επιλέγεις κάθε φορά τους συνεργάτες σου; Θα έμενες σε μια δουλειά που καλλιτεχνικά πληρούσε τα θέλω σου, ακόμα κι αν οι διαπροσωπικές σχέσεις ανάμεσα στους συντελεστές ήταν «ολέθριες»;

Έχουν τύχει περιπτώσεις, να είμαι σε μία δουλειά, με συνεργάτες που η επικοινωνία μας ήταν δύσκολη, αλλά υπήρχε υπομονή και από την μεριά μου και από τους άλλους, για να βγει ένα αποτέλεσμα. Όμως με τον καιρό καταλαβαίνω, ότι αυτό δεν έχει και μεγάλο νόημα να συμβαίνει, γιατί νομίζω ότι το πραγματικό υλικό σε μια δουλειά, βγαίνει στις πρόβες. Αν δεν περνάς γόνιμα και δημιουργικά στις πρόβες, δεν νομίζω ότι υπάρχει νόημα, να δείξεις και το τελικό αποτέλεσμα. Νομίζω ότι θα έφευγα. Θα έφευγα, γιατί δεν αξίζει να δουλεύεις πάνω σε κάτι, στο οποίο δεν έχεις δημιουργική στιγμή. Δεν έχεις γόνιμη στιγμή, δεν έχεις στιγμή που αισθάνεσαι ότι τώρα φτιάχνεις κάτι, δημιουργείς κάτι. Δεν είναι τυχαίο, ότι όλο και περισσότερο υπάρχουν καλλιτέχνες, που δημιουργούν και μόνοι τους. Βέβαια το θέατρο είναι ομαδικό «άθλημα» και θέλω να πιστεύω, ότι πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν, να επικοινωνήσουν μεταξύ τους και να κάνουν πολύ όμορφα πράγματα. Μακάρι και εύχομαι να βρίσκομαι με ανθρώπους, που θα έχουμε κοινή σκέψη και κοινό όραμα. Γιατί νομίζω, ότι πέρα από ενδιαφέρουσες συναντήσεις, το θέατρο δεν είναι κάτι άλλο.


Υπάρχουν θεατρικοί συγγραφείς που για σένα αποτελούν σημείο αναφοράς και κατά καιρούς “ξαναδιαβάζεις” τα έργα τους;

Ο Σάμιουελ Μπέκετ. Είναι ένας συγγραφέας που με κεντρίζει, μου προκαλεί πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, προσπαθώντας κάθε φορά να τον καταλάβω, να καταλάβω πως σκέφτεται και να καταλάβω πως χρησιμοποιεί τη γλώσσα του. Πάντα έχω ένα βιβλίο του Μπέκετ δίπλα μου και διαβάζω, το κλείνω, περνάει κάποιος καιρός, το ξεχνάω, μετά επανέρχεται, τον ξαναδιαβάζω. Είναι κάτι, που μου δημιουργεί ο συγκεκριμένος συγγραφέας, το οποίο δεν μπορώ να το εξηγήσω ακριβώς και ίσως να είναι αυτός ο λόγος, που με εξιτάρει. Το ότι δεν μπορώ να εντοπίσω ακριβώς, τι ψάχνω από τον συγκεκριμένο συγγραφέα.

Αν είχες έναν δικό σου χώρο, στον οποίο θα είχες την απόλυτη ελευθερία ν’ ανεβάσεις ότι θέλεις, με όσα χρήματα θέλεις, για όσο χρονικό διάστημα θέλεις, έχοντας παράλληλα τη δυνατότητα, να επιλέξεις τους συντελεστές, ποιο θα ήταν το πρώτο έργο που θ’ ανέβαζες και με ποιους;

Είναι πολλά έργα που θα με ενδιέφεραν και να παίξω και να σκηνοθετήσω. Δεν μπορώ να πω κάποιο συγκεκριμένο, βέβαια είπα ότι ο Μπέκετ είναι ένας συγγραφέας που με εξιτάρει και πάντα μου δημιουργεί μεγάλο ενδιαφέρον, να τον ψάχνω. Τώρα όσον αφορά τους συντελεστές, δεν θα είχα σαν κριτήριο τα ονόματα. Νομίζω, ότι οποιοσδήποτε θα μπορούσε να είναι σε μία ενδεχόμενη συνεργασία, είτε νέος ηθοποιός, που έχει τελειώσει τώρα τη σχολή, είτε κάποιος που έχει τελειώσει χρόνια και έχει κάνει δουλειές στο θέατρο. Αυτό εξαρτάται περισσότερο από την μεταξύ μας επαφή και την επικοινωνία, που θα είχαμε στις πρόβες. Δεν εξετάζω τα ονόματα. Πιστεύω ότι είναι τόσο μεγάλη η δουλειά και η διαδικασία που μπαίνεις, για να δημιουργήσεις μέσα σ’ ένα έργο, που νομίζω ότι τα ονόματα δεν έχουν να πουν και τίποτα, δεν βοηθάνε ουσιαστικά σε κάτι. Γιατί κι ένα γνωστό όνομα, μπορεί μέσα από την διαδικασία της πρόβας, να συναντήσει τις ίδιες δυσκολίες με κάποιον που ξεκινάει τώρα. Είναι πολύ ρευστά όλα. 


Ο ελληνικός κινηματογράφος σε αφορά; Είδες κάποια ελληνική ταινία τελευταία, στην οποία θα ήθελες να είχες συμμετάσχει;

Ναι μου αρέσει πάρα πολύ ο ελληνικός κινηματογράφος. Γενικά μου αρέσει ο κινηματογράφος. Τώρα όσον αφορά τον ελληνικό, νομίζω ότι τα τελευταία χρόνια έχει κάνει πολύ μεγάλα βήματα και έχει ανοιχτεί, πράγμα που είναι πολύ ωραίο και ελπιδοφόρο και για μας τους Έλληνες ηθοποιούς. Μ’ έναν σκηνοθέτη που θα ήθελα να συνεργαστώ, είναι ο Δημήτρης Αθανίτης, γιατί θεωρώ ότι έχει κάτι διαφορετικό, κάτι δικό του, μια δική του ταυτότητα και μου θυμίζει και λίγο ευρωπαϊκό κινηματογράφο, η σκηνοθετική του άποψη. Φυσικά υπάρχουν κι άλλοι ενδιαφέροντες σκηνοθέτες, που έχουν κάνει και συνεχίζουν, να κάνουν πάρα πολύ ωραίες δουλειές. Μία απ’ αυτές είναι και η ταινία του Βασίλη Ραίση,με τίτλο: 

“Η Τελευταία Φάρσα” 

στην οποία είχα την τύχη να παίξω. Η ταινία κέρδισε φέτος το βραβείο κοινού στο Φεστιβαλ Θεσσαλονίκης και μετά από ένα κύκλο προβολών στην Βόρεια Ελλάδα η ταινία θα προβάλεται από τις 11 Σεπτεμβρίου στον “ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟ” (Λ. Συγγρού 106).


Παρακολουθείς παραστάσεις συναδέλφων σου; Θεωρείς ότι η ομολογουμένως αξιοσημείωτη ποσότητα των θεατρικών παραγωγών στην Αθήνα και την υπόλοιπη Ελλάδα, είναι εφάμιλλη της ποιότητας τους;

Μ’ αρέσει φυσικά να παρακολουθώ παραστάσεις, όσο αυτό είναι εφικτό. Απλά έχω παρατηρήσει, ότι όταν βρίσκομαι σε φάση προβών, βλέπω όλο και λιγότερο. Επειδή, όταν προσπαθώ να δημιουργήσω κάτι, δεν έχω το χρόνο να παρακολουθώ παράλληλα κι άλλα πράγματα. Ίσως γίνεται και λίγο συνειδητά, γιατί θέλω να συγκεντρώνομαι σ’ αυτό που προσπαθώ να φτιάξω στο μυαλό μου. Μ’ αρέσει όμως, να παρακολουθώ, νέες δουλειές, καινούργια πράγματα. Θεωρώ ότι γίνονται πολύ ωραίες δουλειές, αυτή την στιγμή στην Αθήνα. Βέβαια γίνονται και πολλές, στις οποίες δεν υπάρχει συγκεκριμένος στόχος. Δηλαδή καταλαβαίνεις ότι ανεβαίνει μια παράσταση, χωρίς να υπάρχει από την ομάδα ή από τον καλλιτέχνη κάποιος συγκεκριμένος στόχος. Όμως, έτσι κι αλλιώς όλα είναι ένα πείραμα και πάντα υπάρχουν και θα υπάρχουν καλά και λιγότερο έως καθόλου καλά πράγματα, που θ’ ανεβαίνουν στο θέατρο.

Πρόσφατα σκηνοθέτησες Μολιέρο και συγκεκριμένα ένα από τα πιο γνωστά έργα του πάντα επίκαιρου συγγραφέα – Ο ΚΑΤΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΝ ΑΣΘΕΝΗΣ – παίζοντας παράλληλα το ρόλο του Μπεράλντ. Αισθάνεσαι πιο «άνετα» ως ηθοποιός ή ως σκηνοθέτης;

Δεν ξέρω αν είμαι σκηνοθέτης. Έχω την αίσθηση ότι είμαι περισσότερο ηθοποιός, επειδή αισθάνομαι πιο έντονη την ανάγκη, να είμαι πάνω στην σκηνή και να λέω και να κάνω πράγματα. Η σκηνοθεσία προέκυψε μ’ έναν τρόπο, που δεν ήταν πρωταρχική ανάγκη. Απλά τυχαίνει να είμαι σκηνοθέτης σε μια ομάδα που έχω δημιουργήσει εδώ και 8 χρόνια, την ομάδα «ΘΕΑΤΟΣ». Είναι μια ομάδα που στεγάζεται στην Σαλαμίνα, την γενέτειρα μου, εγώ βέβαια δουλεύω και στην Αθήνα, ως ηθοποιός και ενίοτε κι ως σκηνοθέτης. Κάνουμε νομίζω ενδιαφέροντα πράγματα, έχουμε αναπτύξει κοινούς κώδικες και μια πολύ ωραία σχέση γενικότερα μεταξύ μας. Παρουσιάζουμε τις δουλειές μας εκεί και μετά ανοιγόμαστε όσο μπορούμε στην Αθήνα και εκτός Αττικής και σε νησιά και σε Φεστιβάλ κι όλη αυτή η δράση είναι πολύ γόνιμη και πολύ δημιουργική. Οι ρόλοι ηθοποιός – σκηνοθέτης καμιά φορά δημιουργούνται από την ίδια την ανάγκη. Έχει να κάνει με την ανάγκη της στιγμής, του έργου, τι θέλεις να πεις κι από ποια πλευρά θέλεις να το πεις. 



Πως θα χαρακτήριζες τον εαυτό σου ως σκηνοθέτη; Είσαι απαιτητικός, απόλυτος, τελειομανής, δογματικός, ευέλικτος;

Θα χαρακτήριζα τον εαυτό μου ως σκηνοθέτη, που προσπαθεί να βρει μέσα από την διαδικασία της πρόβας, μια κοινή γλώσσα. Θα μπορούσα να είμαι κι όλα αυτά που ανέφερες, ανάλογα με τις περιστάσεις. Ξεκινάω κάτι χωρίς να το ξέρω κι εγώ απόλυτα, έχω μεν ένα πλάνο στο μυαλό, αλλά στην πορεία χτίζεται. Όταν καταλαβαίνω, ότι κι οι συνεργάτες μου αντιλαμβάνονται αυτό που προσπαθώ να πω, αλλά και δίνουν και το δικό τους στοιχείο, που μας πηγαίνει παραπέρα και παρακάτω, που εξελίσσει δηλαδή την έρευνα και την διαδικασία μέσα στις πρόβες, νομίζω ότι αυτή είναι και η καλύτερη συνεργασία. Θέλω πάντα να είμαι – όσο μπορώ – άνθρωπος που σέβεται την προσωπικότητα του άλλου, γιατί κι εγώ ως ηθοποιός θα ήθελα κάτι τέτοιο. Δεν μου αρέσει η αυταρχικότητα γενικά στο θέατρο. Μ’ αρέσει όταν ο ηθοποιός μπορεί να αναπνέει και να δημιουργεί, νιώθοντας συνδημιουργός. 

Κι ως ηθοποιό;

Ως ηθοποιό…θα έλεγα ότι λίγο μαστιγώνω τον εαυτό μου. Μάλλον μ’ αρέσει αυτή η διαδικασία. Είμαι μαζοχιστής…δεν ξέρω; Δεν ικανοποιούμαι εύκολα, ή βρίσκω κάτι και μετά το αναιρώ, θεωρώντας, ότι δεν έχω φτάσει πουθενά. Απλά προσπαθώ, να δημιουργείται μέσα μου μια «γραμμή», με αρχή, μέση και τέλος. Αυτό θα έλεγα για μένα ως ηθοποιό. Μ’ αρέσει να πλάθω μέσα μου έναν χώρο, και να μπορώ να κινούμαι μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο. Αυτός ο ζωτικός χώρος είναι ο ρόλος και προσπαθώ μέσα σ’ αυτόν τον χώρο να τον δημιουργήσω και ν’ αναπνέει, ώστε ν’ αναπνέω κι εγώ, ερμηνεύοντας τον.

Υπάρχει η τέλεια συνταγή για να προκύψει το επιθυμητό αποτέλεσμα, ή κάθε φορά ρισκάρεις μια πιθανή αποτυχία, ακόμα κι αν οι προϋποθέσεις είναι οι καλύτερες; Πως μεταφράζεται η επιτυχία στο θέατρο, δεδομένου ότι πολλές φορές δεν συμβαδίζει η εμπορικότητα με την ποιότητα; Εσύ πιστεύεις σε τέτοιου είδους διαχωρισμούς στην Τέχνη, ανάμεσα σε ποιοτικό και εμπορικό;

Πολλές φορές τον διαχωρισμό τον κάνει η ίδια η κοινωνία, ή ο ευρύτερος χώρος της Τέχνης. Αυτό που έχω προσέξει εγώ είναι, ότι τα πιο αυθεντικά θεάματα και αυτά με την διάθεση πραγματικού πειραματισμού, είναι και τα πιο – πως να το πω – απομονωμένα; Δεν έχουν το ίδιο εύρος και την ίδια ανταπόκριση απ’ το κοινό, σε σχέση με δουλειές που βασίζονται σε ονόματα, όπως λέγαμε πριν και παρουσιάζονται σε μεγάλα θέατρα. Υπάρχουν άνθρωποι, που παρουσιάζουν τις δουλειές τους σε πειραματικούς χώρους, που δεν είναι καν θέατρα και καταθέτουν ένα βασικό, μεγάλο κομμάτι της ψυχής τους και η δουλειά τους είναι πολύ ενδιαφέρουσα… πολύ ειλικρινής, αλλά περιορίζονται σ’ ένα μικρό κοινό, διότι ο κόσμος εάν δεν είναι ενημερωμένος, αναγκαστικά θα προτιμήσει να πάει σε κάτι που είναι πιο γνωστό. Σε μια παράσταση δηλαδή, που έχει τη δυνατότητα και το budget, να διαφημιστεί περισσότερο…αυτό…


Έχεις ζήσει ποτέ στο Εξωτερικό. Αν ναι σε ποιες χώρες; Αν όχι, έχεις σκεφτεί να φύγεις, για να ζήσεις μόνιμα σε μια άλλη χώρα, προ ή μετά κρίσης;

Έχω ζήσει στην Αγγλία τέσσερα χρόνια, όπου σπούδασα κοινωνιολογία και δραματολογία στο πανεπιστήμιο της Γλασκόβης. Εκεί, κατά την διάρκεια της παραμονής μου, είχα την τύχη να παίξω και ως ηθοποιός στην Δωδέκατη Νύχτα, κάνοντας τον Μαλβόλιο. Μου αρέσει το Εξωτερικό και μου αρέσει περισσότερο η Ευρώπη. Θέλω να έχω επαφή με την Ευρώπη, θέλω να παρακολουθώ πράγματα που γίνονται εκεί. Δεν νομίζω όμως ότι θα ήθελα μείνω μόνιμα στο Εξωτερικό. Έχω ένα θέμα με τη γλώσσα. Δεν με γεμίζει τόσο η ξένη γλώσσα, όσο η ελληνική, ειδικά στο θέατρο.


Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου ηθοποιοί – Έλληνες ή ξένοι – και γιατί;

Τίλντα Σουίντον! Είναι πολλοί οι λόγοι που μου αρέσει και ως ερμηνεύτρια και ως παρουσία. Έχει κάτι επιβλητικό, έχει κάτι απόκοσμο… μου αρέσει που σου δίνει την εντύπωση, ότι είναι ηθοποιός, αλλά μπορεί και να μην είναι ηθοποιός. Μου αρέσουν κι οι δράσεις της, γιατί πέρα από τον κινηματογράφο, αλλά και το θέατρο, είναι και περφόμερ, δηλαδή ξέρω ότι πολλές φορές κάνει performancesσε διάφορες χώρες της Ευρώπης. Γενικά με αγγίζει. Τη βλέπω και με αγγίζειμου δημιουργεί πολλά συναισθήματα. 



Έχεις κάνει τηλεόραση; Αν όχι, ανήκεις σ’ αυτούς που σνομπάρουν γενικά τoμέσο, ή απλά δεν σου προέκυψε;

Τηλεόραση δεν έχω κάνει. Δεν το σνομπάρω το μέσο. Μάλλον δεν προέκυψε. Επίσης, έχω καταλάβει, ότι όταν ασχολείσαι με το θέατρο σου τρώει πολύ χρόνο ως προς το να σκεφτείς και να δημιουργήσεις πράγματα μέσα απ’ αυτό, οπότε δεν έχεις και πολύ χρόνο ν’ απευθυνθείς και σ’ αυτόν τον χώρο. Είναι άλλα τα ωράρια, άλλοι οι ρυθμοί, άλλα τα δεδομένα. Όχι δεν το σνομπάρω, είναι ένα θέμα ανοιχτό, αν προκύψει κάτι ενδιαφέρον δεν θα πω όχι, αλλά για να είμαι ειλικρινής δεν με «καίει» και τόσο αυτό το μέσο.


Πιστεύεις σ’ αυτό που λέμε έμφυτο ταλέντο, ή όλα είναι θέμα σκληρής, επίμονης και ενίοτε επίπονης προσπάθειας;

Πιστεύω και στα δύο. Πιστεύω και στο έμφυτο ταλέντο, αλλά πιστεύω και στην σκληρή δουλειά, στην προσωπική σκληρή δουλειά που κάνει ο καθένας. Σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι, που έχουν ένα έμφυτο ταλέντο σε κάποια πράγματα, που μπορούν να εκφράζονται πιο εύκολα και να εκδηλώνουν με σαφήνεια, αυτό που θέλουν, να βγάλουν κάθε φορά προς τα έξω. Όμως, αν όλο αυτό το υλικό του έμφυτου ταλέντου, δεν καλλιεργηθεί και αν δεν είναι πάντα σε εγρήγορση και σε διάθεση να μαθαίνει καινούργια πράγματα, νομίζω ότι ατροφεί και κάποια στιγμή, μπορεί να φτάσει, να μην λέγεται πια ταλέντο, αλλά «περιορισμένη ικανότητα». 

   Πως αποφορτίζεσαι μετά από έναν πολύ απαιτητικό ρόλο;

Όταν τελειώνει η παράσταση είμαι μια χαρά. Μέχρι να ντυθώ και να φάω κάτι…είμαι ok!


Μίλησε μας για τα άμεσα καλλιτεχνικά σου σχέδια; Υπάρχει ζωή μετά τον «τυφώνα» Μολιέρο;

Δεν ξέρω ακόμα. Σκέφτομαι κάποια πράγματα, διαβάζω κάποια πράγματα αυτόν τον καιρό. Θα δούμε. Ούτως ή άλλως δεν μου αρέσει να κάνω μακροπρόθεσμα σχέδια. Σίγουρα φτιάχνουμε όλοι κάποια πλάνα, αλλά προς το παρόν είναι ανοιχτά. Προσπαθώ, να ηρεμώ μετά από μία δουλειά. Τώρα τελειώσαμε με τον Μολιέρο, με τον Κατά Φαντασίαν Ασθενή. Νομίζω ότι λίγος χρόνος ξεκούρασης, χαλάρωσης και διαβάσματος, θα μου δημιουργήσει την επόμενη «ανάγκη». Άλλωστε πιστεύω ότι οι καταστάσεις δημιουργούνται και λίγο από μόνες τους, όταν δεν τις πιέζεις και πολύ και το κυριότερο για μένα είναι να νιώθεις καλά με τον εαυτό σου και γενικά να είμαστε καλά – πρωτίστως! – μόνο έτσι νομίζω,  τα πράγματα συμβαίνουν πιο όμορφα και πιο ομαλά.


































Μιχάλη, ένα μεγάλο ευχαριστώ, για την παραχώρηση αυτής της πολύ ενδιαφέρουσας συνέντευξης. 
Είναι πάντα ευχάριστο να συναντάς καλλιτέχνες με σαφείς στόχους και όραμα. 
Η συνέντευξη και η φωτογράφιση, πραγματοποιήθηκε στην καφετέρια “ATHENAEUM”, Αδριανού 3 – Μοναστηράκι.   Ευχαριστούμε για την ευγενική φιλοξενία!

_______________________________________________________________
ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Ο Μιχάλης Καλιότσος είναι Απόφοιτος της Ανωτέρας Σχολής Δραματικής Τέχνης Κ. ΚΑΖΑΚΟΣ  και ιδρυτής της Θεατρικής Ομάδας “ΘΕΑΤΟΣ”, που έχει έδρα τη Σαλαμίνα. Έχει συνεργαστεί με σημαντικούς καλλιτέχνες της ελληνικής θεατρικής σκηνής  και έχει παίξει σε πολυάριθμες παραστάσεις στην Ελλάδα και το Εξωτερικό.
Πρόσφατα σκηνοθέτησε την παράσταση “Ο ΚΑΤΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΝ ΑΣΘΕΝΗΣ”, του Μολιέρου, η οποία παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία, ενώ θα συνεργαστεί με την ομάδα της Μάρθας Φριντζήλα στο πλαίσιο του πολιτιστικού φεστιβάλ  “Αισχύλεια 2014”.




__________________________
ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΓΡΑΦΕΙ & ΕΠΙΜΕΛΕΙΤΑΙ
Η ΛΙΛΑ ΠΑΠΑΠΑΣΧΟΥ






Advertisements