Tags

Του Γιώργου Λίλλη

 

Στις 26 Μαρτίου 1892 ο Ουίτμαν κηδεύεται χωρίς ιερέα και σταυρό. Ένα μικρό πλήθος παρακολουθεί εξ αποστάσεως την κηδεία. Σύμφωνα με την επιθυμία του, στην ταφόπλακα αναγράφονται οι στίχοι του: «Το βάθρο μου είναι στερεωμένο και σφηνωμένο σε γρανίτη/ περιγελώ αυτό που εσείς ονομάζεται αποσύνθεση/ και ξέρω την έκταση του χρόνου». Προφανώς πολύ πριν δημοσιεύσει  «Το τραγούδι του εαυτού μου», ο Ουίτμαν είχε εξαρθρώσει το χρόνο αφήνοντας το πνεύμα του ελεύθερο να ριψοκινδυνεύσει για την αναζήτηση του εγώ έξω από τα όρια του εγώ, στη συμπάντια και ολική του εκπλήρωση. Η τολμηρή αυτή αναμέτρηση μεταφέρθηκε και στα ποιήματά του, τα οποία ανακαλούν προκλητικά την προ – εδεμική εποχή,  μέσα από σύμβολα αναγέννησης και αθωότητας που αντιτάσσονται στο κατεστημένο του αστισμού. Αυτός ο ποιητής φέρνοντας στην επιφάνεια τα άγριά του ένστικτα, αποκάλυψε την ομορφιά της αγριότητας του είδους του, που μαγεμένος περιφέρεται άσκοπα μέσα στην ύλη και παρασύρεται με αποτέλεσμα να μην αντικρίσει ποτέ αληθινά τον εαυτό του:

«Σταμάτα αυτή τη μέρα και τη νύχτα μαζί μου και θα κατέχεις την αρχή όλων των ποιημάτων μου/ θα κατέχεις το όφελος της γης και του ήλιου, (μένουν εκατομμύρια ήλιοι ακόμα),/ δεν θα δέχεσαι πια τα πράγματα από δεύτερο ή τρίτο χέρι, ούτε θα βλέπεις μέσα/ από μάτια νεκρού, ούτε θα τρέφεσαι από φαντάσματα στα βιβλία/ δεν θα βλέπεις ούτε μέσα από τα δικά μου μάτια, ούτε θα δέχεσαι τα πράγματα από μένα / θα ακούς όλες τις πλευρές και θα τις διηθίζεις ο ίδιος».

Ήταν ευνόητο πως οι στίχοι αυτοί δεν θα έβρισκαν ανταπόκριση σ΄ ένα κοινό που δεν ήταν προετοιμασμένο για την ηθική που με τόλμη κήρυσσαν. Η ποίηση σε αυτή την περίπτωση δεν ήταν μόνο μια επαναστατική διέξοδος, αλλά και μια κοσμογονία όπου μπορεί να δράσει ένας εντελώς διαφορετικός κόσμος, ο οποίος γίνεται υπαρκτός από τη στάση που έχει κάποιος στο καινούριο ή με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του μέσα στο καινούριο. Ο Ουίτμαν είναι ένας κραυγαλέος ουμανιστής της ελευθερίας του ατόμου, επιμένει στο να υμνεί τη ζωή μ΄ ένα παγανιστικό τρόπο, ίσως γιατί διαισθάνεται πως τα καλούπια των θρησκειών και των πολιτικών διδασκαλιών έχουν επιφέρει στον άνθρωπο έναν εγκλωβισμό εμποδίζοντας να γευθεί με πάθος όσα τον περιβάλλουν. Δεν θα μπορούσε η ενόραση αυτή να εκδηλωθεί με άλλο τρόπο, παρά με μια ποιητική απλότητα που ορίζεται στο βάθος των αρχέτυπων και της ομορφιάς της όρασης. Φυσιοκρατισμός, υπερβολή, εγωτισμός, απαρτίζουν την μεγάλη αυτή ποίηση όπου ο κόσμος δημιουργείται εκ νέου:

 

«Είμαι σύντροφος και συνοδοιπόρος των ανθρώπων, όλοι το ίδιο αθάνατοι και / ανεξήγητοι όπως κι εγώ, / (δεν ξέρουν πόσο αθάνατοι, αλλά εγώ το ξέρω)».

Όσο κι αν εκ πρώτης όψεως ο Ουίτμαν φαίνεται προκλητικός, δεν είναι παρά ένας ταπεινός λαξευτής των μέσα μας φωνών που έχουν ξεχαστεί. Εξαρτάται από εμάς πως θα τον δεχθούμε. Όσοι έχουν ωριμάσει δια μέσου μιας τέτοιας εμπειρίας γίνονται προφήτες. Αντιμετωπίζουν τους εαυτούς τους σαν προφήτες. Και συνήθως οι προφήτες ποτέ δεν γίνονται κατανοητοί στην εποχή τους. Χρειάζεται η απόσταση για να δεις ψύχραιμα μια ψυχοσύνθεση σαν του Ουίτμαν. Η ζωή του, αντισυμβατική για την εποχή του, οι στίχοι του γλωσσικά ακραίοι και θορυβώδεις, μαρτυρούσαν την αγωνία του δημιουργού τους να επικοινωνήσει. Κατά βάθος όλοι μας αυτό επιζητούμε. Να νιώσουμε αναγκαίοι και πολύτιμοι στους άλλους. Ο Ουίτμαν είχε την ανάγκη να βρει τον  ιδανικό αναγνώστη, επιθυμούσε να μοιραστεί το θαύμα που είχε με κόπο ανακαλύψει ακριβώς στα σύνορα όλων εκείνων που τον χλεύαζαν. Τον ίδιο, φαίνεται δεν τον κλόνιζε, είχε άπειρες αποδείξεις της διάστασής της ποιητικής του θεωρίας, όμως σίγουρα μέσα του θα ένιωσε απογοήτευση για την υποτίμηση που του επιφύλαξαν οι σύγχρονοί του. Οι μεγάλοι ποιητές υπήρξαν πάντα μόνοι γι΄ αυτό και μόνο τον λόγο: δεν είμαστε διατεθειμένοι εύκολα να απαρνηθούμε τον εαυτό μας. Δεν είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας. Εκείνοι ήρθαν σε ρήξη με τον κόσμο για να ανακαλύψουν έναν καινούριο. Ήρθαν σε ρήξη με τον εαυτό τους και τον κόσμο τους. Και όχι μόνο αυτό. Είχαν το θάρρος να εκτεθούν:

« Μέσα από μένα απαγορευμένες φωνές, / φωνές από ορμές και πόθους, φωνές καλυμμένες και εγώ το κάλυμμα αφαιρώ, / φωνές πρόστυχες, εξαγνισμένες και μεταμορφωμένες από μένα./ Δεν φράζω με τα δάχτυλά μου το στόμα μου, / είμαι τόσο τρυφερός για τα σπλάχνα όσο για το κεφάλι και την καρδιά, / η συνουσία δεν είναι πιο άγρια για μένα από ό,τι είναι ο θάνατος».

*Το τραγούδι του εαυτού μου σε μετάφραση Ζωής Ν. Νικοπούλου, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ηριδανός

Advertisements