ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ
ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΘΝΗΤΟΤΗΤΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
 Του Γιώργου Λίλλη
    Όταν ένας ποιητής εκδίδει όλα του τα ποιήματα σε μια συγκεντρωτική έκδοση, σημαίνει πως ήρθε η ώρα για έναν απολογισμό. Απολογισμό ζωής θα έλεγα, μιας και τα ποιήματα, όντας παρακαταθήκες μιας εσωτερικής διαδρομής, φανερώνουν την πορεία που ακολούθησε ο ποιητής όχι μόνο στην τέχνη που εξάσκησε, αλλά και στην ίδια του την ζωή. Ο Γιώργος Θεοχάρης, ονομάζει την  έκδοση όλων των ποιημάτων του Πιστοποιητικά θνητότητας. Σαράντα χρόνια ποίησης, συγκεντρωμένα σ΄ ένα καλαίσθητο τόμο των εκδόσεων Σύγχρονη έκφραση.
   Διάβασα ποιήματα του Θεοχάρη για πρώτη φορά το 1991. Ήμουν τότε δεκαεφτά χρονών και μόλις είχα αρχίσει να γράφω ποιήματα. Ο φίλος μου ποιητής και εκδότης του περιοδικού Αραμπάς, Παντελής Φλωρόπουλος, στο Αγρίνιο, μου είχε συστήσει το περιοδικό Εμβόλιμον όπου εξέδιδε ο Θεοχάρης. Εκεί διάβασα πρώτη φορά ποιήματά του.
  Τώρα, είχα την ευκαιρία να διαβάσω όλη την ποιητική του εργασία, αν και μεμονωμένα είχα ήδη στην κατοχή μου το Ενθύμιον και το Από μνήμης, συλλογές που είχα αγαπήσει για την αμεσότητά τους και τον χαμηλό τους τόνο που παρ΄ όλα αυτά μ΄ ένα μαγικό τρόπο μετέδιδαν ένα έντονο αίσθημα μέσα μου.
   Ο Γιώργος Θεοχάρης δεν θέλησε ποτέ να βροντοφωνάξει για το τι είναι ποίηση ή όχι. Παρέμεινε σε όλη την καλλιτεχνική του πορεία μέχρι εδώ, πιστός στην ουσία, στην απλότητα, σαν ταπεινός σκαπανέας που επιμένει να σκάβει στην έρημο για να ανακαλύψει χαμένους κόσμους.
  Ίσως γι΄ αυτό το σήμα κατατεθέν στα ποιήματά του είναι η μνήμη. Αναζητά πίσω από το επιφανειακό και το εφήμερο, την πηγή της ανθρώπινης υπόστασης. Θέλει να κατανοήσει την ατέλεια. Και γιατί όχι να την εξωραΐσει. Αυτό σημαίνει πως με απέριττα υλικά, με την στωικότητα ενός υπομονετικού μαθητή, διδάσκεται από την ζωή και μεταφέρει στα ποιήματά του το συμπέρασμα αυτής της διδαχής.
   Ο χρόνος είναι ο μεγάλος δάσκαλος για τον Θεοχάρη. Τον σέβεται και αφουγκράζεται μέσα από τις ιστορίες απλών ανθρώπων την αλήθεια. Παραθέτω ένα ποίημά του που αγαπώ πολύ:
ΑΠΟ ΜΝΗΜΗΣ
                                              Τιμή στον μονάκριβο φίλο μου
Τον είδα νά ‘ρχεται απ’ το βάθος του δρόμου. Ψιλόβρεχε. Φορούσε ένα σταυροκούμπωτο παλτουδάκι ψαροκόκαλο, του οποίου ένα από τα τέσσερα μεγάλα κοκάλινα κουμπιά είχε χαλαρώσει και κρεμόταν απ’ την κλωστίτσα του. Χαμογελούσε μ’ εκείνο το μορφασμό που αποτελεί εισαγωγική εικόνα στο κλάμα, όταν τα νήπια μαντεύουν το πικρό παρελθόν του μέλλοντός τους.
«Καλημέρα Γιώργο», του είπα.
«Καλημέρα Γιωργούλη», μ’ αντιχαιρέτισε.
Προχώρησε στο χωματόδρομο. Μπήκε στο μαγικό κόσμο του κουρείου. Ο πατέρας του έβαζε ταλκ στον φρεσκοκουρεμένο πελάτη.
Κόλλησα το μούτρο για λίγο στο τζάμι του μαγαζιού. Ο Γιώργος πλησίασε και μου ψιθύρισε: «Όταν μεγαλώσουμε θα τα ιστορήσω όλα τούτα. Μην κάθεσαι στο κρύο, θα τα διαβάσεις τότε. Τρέξε κι’ εσύ ν’ αποταμιεύσεις μνήμες».
Σάββατο πρωί. Γενάρης του 1958. Στη Μεσσήνη ψιλόβρεχε σίγουρα. Στη Δεσφίνα μπορεί και να χιόνιζε.
    Ο Θεοχάρης πιστεύει ευλαβικά στην μνήμη. Γιατί εκεί στέκει ότι έχει διαπραχθεί. Δεν είναι όμως ένας αθεράπευτα νοσταλγός. Γνωρίζει πως αν θέλει να σκεφτεί για το τώρα και το αύριο, οφείλει να σκαλίζει τα παλιά, να ψάχνει απαντήσεις σε αυτό που έχει διαπραχθεί. Τα πιστοποιητικά θνητότητας είναι ακριβώς αυτά τα γεγονότα που προσδιορίζουν την πορεία μιας ζωής πλαισιωμένη κυρίως με απώλειες μιας και ποτέ δεν νικήσαμε την φθορά. Παρ΄ όλα αυτά ο Θεοχάρης επιδιώκει να ανασταίνει μέσα στους στίχους του ότι χάθηκε, και μ΄ αυτό τον τρόπο η ποίησή του είναι ένας χάρτης του ανθρώπινου ψυχισμού που έρχεται καθημερινά αντιμέτωπο με τον χρόνο.
   Οι ποιητικές του μνήμες είναι ελπιδοφόρες πινελιές στον έτσι κι αλλιώς σκοτεινό μας κόσμο που ακόμα δεν έχουμε κατανοήσει:
ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΠΤΗ
Έχουν τελειώσει – είπες.
Έχουν τελειώσει! Όπως πολτοποιείται η άκακη μύγα μές στις παλάμες σου. Όπως ξεπλένεις στη βρύση του φόνου τα πειστήρια, ύστερα, και δίχως ενοχές, παίρνεις να φας ένα φρούτο, βέβαιος, τάχα, ότι οι αστραπές στο μαύρο ουρανό της μνήμης δεν προκαλούνται από τις πράξεις σου.
Αλλά το γκρίζο άλογο ακονίζει στο λιθόστρωτο τις οπλές του σπινθηρίζοντας και το σχισμένο παπούτσι είναι το μαύρο βράδυ που λίμνασε στα βαλτοτόπια της μέρας και φεύγει απ’ το πόδι σου. Και η ζωή σου ολόκληρη ήτανε ζήτημα σημειολογίας εντέλει, γιατί μονάχα τρελός θα μπορούσε να βρει μια καλή πρόφαση για να πιστέψει πως θα βγει απ’ τη μνήμη –
                                                 μονάχα τρελός θα μπορούσε.
Advertisements