Που σημαίνει… τι κρίμα! Tι μεγάλο κρίμα, να βλέπεις εξαιρετικά ταλαντούχους ανθρώπους, που –εμφανώς- δούλεψαν σκληρά για το ανέβασμα μιας τόσο απαιτητικής παράστασης, να συνθλίβονται κάτω από το βάρος, αυτής της ανεξήγητης, αλλά πάντα υπαρκτής συνθήκης, που αν μπορούσαμε να την χωρέσουμε σε λέξεις, θα ακούγονταν κάπως έτσι «το πιο σημαντικό πράγμα στο θέατρο είναι, να περάσει στον κόσμο, αυτό που συμβαίνει στη σκηνή».
Δεν πέρασε. Όχι στο βαθμό που ένα τέτοιο έργο είναι ικανό να πράξει, διεισδύοντας στον πιο μύχιο εαυτό μας. Οι ιστορίες των ηρώων ακουμπούσαν μεν το κοινό, αλλά δεν το διαπερνούσαν, κάτι πολύ σημαντικό προσπαθούσαν, να εκφράσουν οι πρωταγωνιστές τους, όμως στο τέλος απλά φλυαρούσαν. Μόλις ελαχιστοποιούνταν η απόσταση «εμείς οι υποκριτές – εσείς το κοινό», η επαφή χανόταν και πάλι.
Το Ατλαζένιο Γοβάκι του Πωλ Κλωντέλ, είναι έτσι κι αλλιώς ένα θεατρικό έργο κολοσσιαίων διαστάσεων, το οποίο από μόνο του αποτελεί ένα τεράστιο συγγραφικό επίτευγμα. Ο Κλωντέλ συνέθεσε ένα έργο, το οποίο εμπεριέχει όλη την ουσία και το νόημα της ζωής, του έρωτα, της εξουσίας και φυσικά του ίδιου του Θεού. Πάνω όμως και πέρα απ’ όλα, το έργο αποτελεί μια ωδή στο θέατρο και την απεριόριστη δύναμη που αυτό εμπερικλείει.
Στην παράσταση που παρακολούθησα, την Τετάρτη το βράδυ στο ΠΕΙΡΑΙΩΣ 260, όλες αυτές τις υπέροχα σκοτεινές και “βίαια” λυρικές σκηνές, που δημιούργησε με τόση μαεστρία ο Κλωντέλ, η Έφη Θεοδώρου προσπάθησε φιλότιμα μεν, να τις αποδώσει σκηνικά, αλλά το αποτέλεσμα δεν στάθηκε αντάξιο, ούτε του έργου, αλλά ούτε και των δυνατοτήτων, που αδιαμφισβήτητα διαθέτουν  μεμονωμένα οι συντελεστές. 













Η Έφη Θεοδώρου (η οποία έκανε και τη διασκευή του έργου), επέλεξε μια ομάδα πολύ ταλαντούχων ηθοποιών – όλοι έδωσαν το 100% του εαυτού τους επί σκηνής- για να παρουσιάσει ένα έργο με τεράστιες δραματουργικές δυσκολίες, που δεν έχουν να κάνουν τόσο με την μεγάλη του διάρκεια, αλλά με τη διαχείριση των πολλών και διαφορετικών ιστορικών αναφορών, των συμβολισμών και των εικόνων, που διαρκώς εναλλάσσονται μέσα στο κείμενο και στην ουσία ποτέ δεν ολοκληρώνονται απόλυτα. Ο Κλωντέλ πάντα αφήνει κάτι – μια λέξη, ένα νόημα, μια ιδέα, ένα φιλί –  μετέωρο,  σαν μια ανοιχτή πληγή, που διαρκώς κακοφορμίζει και ποτέ δεν κλείνει, παραμένοντας αγιάτρευτη στους αιώνες.
Μέσα σ’ ένα εικαστικά ενδιαφέρον & ετερόκλητο σκηνικό (ενδιαφέρουσα η σκηνογραφική προσέγγιση της Εύας Μανιδάκη – «έξυπνα» τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη) η Έφη Θεοδώρου χώρισε  το έργο σε τέσσερα διαφορετικά «επεισόδια». Η κάθε ημέρα στήθηκε, σαν να πρόκειται κάθε φορά για έναν ξεχωριστό, αλλά και παράλληλο  χωροχρόνο. Μ’ αυτόν τον τρόπο και ενώ η δράση παρέμεινε ενιαία από την αρχή μέχρι το τέλος της παράστασης, η σκηνική σύνθεση της κάθε ημέρας, έμοιαζε εντελώς ξεχωριστή και ανεπανάληπτη. Αυτό για μένα συμπεριλαμβάνεται στα μεγάλα συν της σκηνοθεσίας και έχει να κάνει και με τον τρόπο που η σκηνοθέτιδα διαχειρίστηκε το χώρο, εκμεταλλευόμενη κάθε εκατοστό – για να μην πω χιλιοστό – της ευρύχωρης σκηνής της Αίθουσας Δ.
















Ερμηνευτικά, υπήρχαν κάποιες επιμέρους αδυναμίες, αλλά στο σύνολο τους οι ηθοποιοί, με προεξέχουσα τη Μαρία Σκουλά,  έκαναν ότι καλύτερο μπορούσαν, για να διατηρήσουν τη συνοχή των σκηνών και να κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού, που κλήθηκε ν’ αφομοιώσει τόσες πολλές πληροφορίες, τόσο συμπυκνωμένο λόγο, τόσες διαφορετικές εικόνες. Όλες αυτές οι παράλληλες «ιστορίες», επενδύθηκαν με τις μουσικές του Νίκου Πλάτανου, οι οποίες γέμιζαν ιδανικά τα κενά ή δυναμίτιζαν τη δράση, με ήχους ηλεκτρισμένους, διαπεραστικούς. 



Δυστυχώς, επί τέσσερις και παραπάνω ώρες (μαζί με τις καθυστερήσεις και τα ενδιάμεσα διαλείμματα), άκουγα δίπλα μου ανθρώπους να βαριαναστενάζουν, να σχολιάζουν μεταξύ τους αυτά που έβλεπαν και κάποιους να γελούν σαρκαστικά σε σκηνές, που μόνο για γέλια δεν ήταν, ενώ αντίθετα εκεί που έπρεπε να γελάσουν, να δίνουν σιωπή. Ήταν πολλοί κι εκείνοι, που αποχώρησαν σταδιακά,  εκμεταλλευόμενοι τα ολιγόλεπτα διαλείμματα, ενδιάμεσα των σκηνών.  
Θεωρώ πολύ σημαντική την προσπάθεια της Έφης Θεοδώρου και των συνεργατών της, ασχέτως τελικού αποτελέσματος, γιατί πιστεύω πως πάνω απ’ όλα, η Τέχνη είναι μια διαρκής έρευνα, γεμάτη δυσκολίες, ανατροπές και φυσικά ατυχείς συγκυρίες.
Αφοριστικές κριτικές τύπου «όλα ήταν χάλια», προπηλακισμοί καλλιτεχνών και λοιπές μεσαιωνικού τύπου εκδηλώσεις της δυσαρέσκειας του κοινού, απέναντι στο εκάστοτε καλλιτεχνικό έργο, με βρίσκουν εντελώς αντίθετη. Θλίβομαι επίσης αφάνταστα,  όταν βλέπω ανθρώπους που επειδή πλήρωσαν για να δουν μια παράσταση, θεωρούν ότι έχουν το δικαίωμα, να συμπεριφέρονται μονίμως σαν απαιτητικοί και κακομαθημένοι πελάτες. Η σχέση καλλιτέχνη-κοινού είναι αμφίδρομη κι αν δεν δώσεις, δεν θα πάρεις, απ’  όποια πλευρά κι αν στέκεσαι.
Τελειώνοντας, θα ήθελα να σας παραθέσω κάποιες πληροφορίες σχετικά με τον Πωλ Κλωντέλ και το συγκεκριμένο έργο, οι οποίες θεωρώ, ότι είναι χρήσιμες, προκειμένου να γίνει κατανοητός ο βαθμός δυσκολίας, του έργου που επέλεξε η Έφη Θεοδώρου και οι υπόλοιποι συντελεστές της παράστασης, να φέρουν εις πέρας. Μόνο για την τόλμη τους, αξίζουν όλοι ένα μεγάλο μπράβο…
Για μένα «Το Ατλαζένιο Γοβάκι» κατάφερε τελικά να περπατήσει, έστω και με σπασμένο τακούνι…


______________________________________________________

Ο Πωλ Κλωντέλ (1868-1955) υπήρξε κορυφαίος Γάλλος θεατρικός συγγραφέας και ποιητής, καθώς και διπλωμάτης. Ταξίδεψε και έζησε στη Σανγκάη, την Πράγα, τη Φρανκφούρτη, το Αμβούργο, εκπροσωπώντας τη Γαλλία. Διετέλεσε πρέσβης της Γαλλίας στο Τόκυο, την Ουάσιγκτον και τις Βρυξέλλες.
Συνολικά το έργο του διαπνέεται από έντονο θρησκευτικό συναίσθημα, το οποίο πηγάζει από τη βαθιά του πίστη στον Καθολικισμό. Η πρώιμη γραφή του χαρακτηρίζεται από την επιρροή των Γάλλων συμβολιστών και ιδιαίτερα του Ρεμπώ. Καθώς συνέγραψε το έργο του παράλληλα με τα καθήκοντα του διπλωμάτη, το εξωτικό και κοσμοπολίτικο στοιχείο είναι παρόν στο θεατρικό του έργο. Το σημαντικότερο ποιητικό του έργο θεωρείται Οι πέντε μεγάλες Ωδές (1910). Από τα θεατρικά του έργα αναφέρουμε ενδεικτικά: Ο χρυσοκέφαλος, Η ανταλλαγή, Ο κλήρος του μεσημεριού. Το ατλαζένιο γοβάκι θεωρείται το αριστούργημά του. Συνέγραψε επίσης θεωρητικά κείμενα για την ποιητική τέχνη, κείμενα σχετικά με τη Βίβλο και κριτικά δοκίμια για το έργο άλλων συγγραφέων.



Το ατλαζένιο γοβάκι 

ή

 το χειρότερο δεν είναι πάντα σίγουρο


Το ατλαζένιο γοβάκι (Le soulier de satin) – μια «ιστορική παραβολή» – είναι ο κόσμος όλος και το θέατρο όλο: ένα έργο εγκώμιο στις απεριόριστες δυνατότητες του θεάτρου, της θεατρικής σκηνής. Έργο ποταμός, μεγάλης διάρκειας, όπου επιστρατεύονται με τόλμη και αφέλεια όλες οι φόρμες του θεάτρου, από το pathétique ώς το burlesque, και όλοι οι τρόποι υποκριτικής, για να αφηγηθούν την ανθρώπινη περιπέτεια: επεκτατικοί πόλεμοι, θρησκευτικές μισαλλοδοξίες, η κατάκτηση του Νέου Κόσμου, και στο κέντρο της δράσης ο Έρωτας, ως μέσον για την γνώση του Άλλου, του Θεού. 
Το ατλαζένιο γοβάκι γράφτηκε στην Ιαπωνία στις αρχές του 20ου αιώνα (1919-1924), εκδόθηκε λίγο αργότερα (το 1929) και είδε τα φώτα της σκηνής το 1943, σε σκηνοθεσία του Ζαν-Λουί Μπαρώ που συνεργάστηκε με τον συγγραφέα για μια πολύ συντομότερη «σκηνική εκδοχή» του έργου. Η παράσταση αυτή, διάρκειας τεσσάρων ωρών, ανέβηκε στην Κομεντί Φρανσαίζ κατά τη διάρκεια της Κατοχής και αποτελεί αναμφισβήτητα ένα από τα μεγαλύτερα γεγονότα στην ιστορία του θεάτρου του 20ου αιώνα. Αλλά και αργότερα, όταν το έργο ξαναπαίχτηκε στην ίδια σκηνοθεσία, μετά από την Απελευθέρωση, σημάδεψε τη συνείδηση του κοινού, χάρη στην ποιότητα και την πρωτοτυπία του, στην ομορφιά και το βάθος της ποιητικής του γλώσσας, στην ανατρεπτική δύναμη της μορφής του.
Το Ατλαζένιο γοβάκι ήταν μια σπάνια θεατρική εμπειρία για τους θεατές που παρακολούθησαν τη θρυλική εννιάωρη παράσταση του Αντουάν Βιτέζ στο Φεστιβάλ της Αβινιόν το 1987, καθώς και γι’ αυτούς της νεότερης γενιάς που ήταν παρόντες στην ενδεκάωρη παράσταση του Ολιβιέ Πυ στο θέατρο “Οντεόν” του Παρισιού το 2009. Εγινε ταινία διάρκεις 7 ωρών από τον Μανουέλ ντε Ολιβέιρα (1985).
Στην Ελλάδα έχει ανέβει μόνο μια φορά, το 1964, η σύντομη «σκηνική εκδοχή» του έργου, από τον Αλέξη Σολομό στο Εθνικό Θέατρο, σε μετάφραση Παντελή Πρεβελάκη. 
«Délivrance aux âmes captives!» – Απελευθέρωση για τις αιχμάλωτες ψυχές!» ζητάει ο ποιητής στον ακροτελεύτιο στίχο αυτού του απρόσμενου και προκλητικού έργου.
Ο λόγος του, η διεκδίκηση της ομορφιάς και της αθωότητας μέσα από τη δύναμη της θεατρικής πράξης στην καθαρότερη μορφή της, μπορούν να γίνουν μέσα αντίστασης στις γκρίζες και αβέβαιες μέρες που διανύουμε.






__
ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΓΡΑΦΕΙ & ΕΠΙΜΕΛΕΙΤΑΙ 

Η ΛΙΛΑ ΠΑΠΑΠΑΣΧΟΥ


  
Advertisements