ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΓΡΑΦΕΙ & ΕΠΙΜΕΛΕΙΤΑΙ
Η ΛΙΛΑ ΠΑΠΑΠΑΣΧΟΥ



Ιδού η απορία… Ο ανθρώπινος ορθολογισμός κόντρα στις απεριόριστες και ανεξέλεγκτες δυνάμεις της φύσης. Το οξύμωρο της ανθρώπινης βιολογίας, που από τη μια μας καθιστά ικανούς να συλλάβουμε την έννοια του Θείου, του Ιδανικού, του πιο πέρα και του πιο πάνω από τον ανθρώπινο νου κι απ’ την άλλη μας αφήνει έρμαια στα πιο ταπεινά, τα πιο σκοτεινά, τα πιο αποτρόπαια ένστικτα μας.
Σάββατο βράδυ, 9 Αυγούστου… μ’ ένα σχεδόν γεμάτο φεγγάρι να δεσπόζει στον ουρανό, πάνω από τον “ιερό” χώρο του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου… οι Βάκχες του Ευριπίδη, ένα από τα πιο σπουδαία, κατά τη γνώμη μου, έργα της παγκόσμιας δραματουργίας (μετά τη Μήδεια), αξιώθηκαν μία από τις πιο άρτιες, ολοκληρωμένες και ευφυείς μεταφορές τους στο θέατρο, χάρη στο αδιαμφισβήτητο “χάρισμα” της Άντζελας Μπρούσκου, να μετατρέπει όποιο έργο πιάνει στα χέρια, τα μάτια και την ψυχή της, σε μια μοναδική και ανεπανάληπτη καλλιτεχνική εμπειρία.
Η Άντζελα Μπρούσκου, μία από τις σημαντικότερες μορφές του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου κατάφερε για άλλη μια φορά με την ρηξικέλευθη, αλλά όχι αμετροεπή σκηνοθεσία της και τα εξόχως εύστοχα κοστούμια με τα οποία έντυσε τους ηθοποιούς της, κινούμενη με άνεση ανάμεσα στο καθαρά παγανιστικό στοιχείο της ελληνικής φύσης και την στιλιστική κομψότητα μιας εντελώς δυτικοποιημένης κοινωνίας, να δώσει στις Βάκχες, όλη τη μεγαλειώδη, τραγική διάσταση, που τους αναλογεί. Μέσα σε μια χωμάτινη αρένα, με το θρόνο του Πενθέα να δεσπόζει στη μέση – ενδιαφέρουσα η σκηνογραφική άποψη του Σταύρου Λίτινα – οι ήρωες του έργου κρύβονται, ο καθένας πίσω από το δικό του προσωπείο, άλλοτε σκληρό κι άκαμπτο, υποταγμένο στην ανθρώπινη λογική κι άλλοτε παράφορο, ανεξέλεγκτο, παραμορφωμένο από την εμπειρία της βακχείας. Πολύ προσεγμένη η δουλειά της Μάρθας Φωκά στις μάσκες και τα υπόλοιπα σκηνικά αντικείμενα.

Βασισμένη στην περιεκτικότατη σε νοήματα, ποιητικά ωμή, μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά, η Μπρούσκου επιδίωξε μέσα από κάθε σκηνική της σύνθεση, να διογκώσει το χάσμα ανάμεσα στην ανθρώπινη σωφροσύνη, η οποία αντιστέκεται σθεναρά στο ορμέμφυτο κάλεσμα της και τη “βακχική έκσταση”, που στο τέλος ισοπεδώνει τα πάντα και τους πάντες, στο σαρωτικό της πέρασμα. Όλοι οι ήρωες του πολυδιάστατου έργου του Ευριπίδη, στο τέλος θα “πάθουν”. Για να μάθουν; Μάλλον επειδή μέχρι τώρα τίποτα δεν έμαθαν. Το έργο αντικατοπτρίζει όσο κανένα άλλο, την σύγκρουση του Ανθρώπου με τη Θεϊκή Παντοδυναμία (ο συγγραφέας θεωρείται ο πιο “ανθρώπινος” απ’ τους τρεις μεγάλους τραγικούς μας ποιητές) και παραμένει πανίσχυρο και αβάσταχτα επίκαιρο. Ειδικά σε μια εποχή που η έννοια του Θείου, που ενυπάρχει μέσα μας – όσο κι αν για κάποιους αυτή η πίστη δεν είναι ενσυνείδητη – έχει εγκλωβιστεί σε δόγματα και μισαλλοδοξίες, αντίθετες από την πραγματική φύση του ανθρώπου και από την ίδια την έννοια του Θεού.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, φάνηκε πόσο απασχόλησε τη δημιουργό, αυτή η διάσταση, ανάμεσα στον ορθολογισμό και τη φυσική νομοτέλεια. Χρησιμοποιώντας από την εναρκτήρια σκηνή με περισσή μαεστρία, όλο το χώρο μπροστά και πίσω από την κεντρική σκηνή του θεάτρου, για να “εισάγει” και να “εξάγει” τους ηθοποιούς της, επεκτείνοντας την δράση έξω από τα υποτιθέμενα τείχη της Θήβας, μας ανέβασε νοητά μέχρι τα βουνά του Κιθαιρώνα. Εκεί μέσα από τις γλαφυρότατες περιγραφές των εκάστοτε κορυφαίων του εξαμελούς χορού – ένα τεράστιο μπράβο σ’ όλους ανεξαιρέτως τους ηθοποιούς!- είδαμε, ακούσαμε κι αισθανθήκαμε όλα τα φοβερά και τρομερά, που έπρατταν η Αγαύη κι οι αδελφές της, υπό την επήρεια της θεϊκής καταληψίας του εκδικητικού Διόνυσου. Ο θεός του οίνου, των οργίων και της αχαλίνωτης ηδονής καταφθάνει στην πόλη της Θήβας, έχοντας τη μορφή ενός όμορφου, ανδρόγυνου νέου, που σαγηνεύει σαν γνήσιος δανδής τις θηλυκές δυνάμεις της πόλης, ταράζοντας τα μυαλά των γυναικών, θολώνοντας την κρίση και το θυμικό τους, μετατρέποντας τις σε ξέφρενες μαινάδες. Ο απώτερος σκοπός του είναι, να εκδικηθεί την βασιλική οικογένεια για το “φόνο” της μητέρας του Σεμέλης, αλλά και για την φοβερή ύβρη που διέπραξαν, απέναντι στον ίδιο και την – εκ του Διός – θεϊκή του καταγωγή. Τον αμφισβήτησαν, τον περιγέλασαν, τον φυλάκισαν, με πρωτοστάτη τον άρχοντα Πενθέα, που σύντομα θα δοκιμάσει από χέρι…μητρικό, την πιο φρικιαστική τιμωρία.



Όλο αυτό το παγανιστικό σκηνικό, διονυσιακής λατρείας, το οποίο εκτυλίχθηκε μέσα σε μια χωμάτινη αρένα, κλήθηκαν να ζωντανέψουν ερμηνευτικά, μερικοί από τους πιο ταλαντούχους Έλληνες ηθοποιούς. Αν και βρήκα συγκλονιστικές της ερμηνείες στο σύνολο τους (συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας της Μπρούσκου στον απαιτητικότατο ρόλο της Αγαύης), θα ήθελα να σταθώ αρχικά στον καταπληκτικό, ανατρεπτικό και θλιβερά σαρκαστικό Τειρεσία της Μαρίας Κίτσου, την οποία θαύμασα απεριόριστα, για τον τρόπο που υποστήριξε την τολμηρή επιλογή της σκηνοθετικής γραμμής, να εμφανιστεί ο σεβάσμιος μάντης, με τη μορφή ενός ολόδροσου κοριτσιού, ντυμένου “λολίτα”. Ήταν τόσο μεστός ο λόγος της, τόσο δυνατή η ερμηνεία της και κυρίως τόσο αδιαμφισβήτητο το κύρος της επί σκηνής, που δεν άφησε σε κανέναν περιθώριο να αμφισβητήσει, ότι ακόμα κι ένας σπουδαίος, σοφός γέροντας, κάτω από την βακχική επιρροή, θα μπορούσε να έχει αυτή τη μορφή. Ο Κάδμος του Γιώργου Μπινιάρη, ξεκίνησε ως ένας κομψός ηλικιωμένος, με αέρα Ευρωπαίου αριστοκράτη, ο οποίος δείχνει να ευφραίνεται από τη διονυσιακή επιρροή και προσπαθεί να πείσει και τον Πενθέα ν’ αποδεχτεί τον νεοφερμένο θεό και την “ξέφρενη” λατρεία του. Σταδιακά, βλέποντας τη σθεναρή αντίσταση του εγγονού του και το πείσμα του να γιγαντώνονται, παρακολουθεί το βασίλειο του να καταρρέει, ανήμπορος να εμποδίσει την καταστροφή. Στο τέλος, αγκαλιά με την “αιματοβαμμένη” Αγαύη, αποδέχονται παθητικά την ισοπεδωτική τιμωρία, που επιφύλαξε γι’ αυτούς ο γιος της Σεμέλης και του Δία.

Τα πιο θερμά συγχαρητήρια όμως, αξίζουν στο αντιθετικό δίδυμο Πενθέας – Διόνυσος, όχι τόσο λόγω της σπουδαιότητας των ρόλων τους μέσα στο ίδιο το έργο, αλλά κυρίως ως φόρο τιμής στον ερμηνευτικό άθλο του Άρη Σερβετάλη και της Αγλαΐας Παππά.

Τυγχάνει, να θαυμάζω απεριόριστα τους δύο καλλιτέχνες που προανέφερα, τόσο για τις ερμηνευτικές τους δυνατότητες, όσο και για το ήθος που φέρουν επί – και εκτός – σκηνής. Παράλληλα είναι και οι δύο, από τους λίγους Έλληνες ηθοποιούς, που ενώ κατέκτησαν από τα πρώτα τους βήματα τη λεγόμενη αναγνωρισιμότητα (σιχαίνομαι τη λέξη διασημότητα) του ευρύτερου θεατρικού – στην περίπτωση του Άρη Σερβετάλη και του τηλεοπτικού-κινηματογραφικού κοινού, δεν λοξοδρόμησαν ποτέ, από τον εξαιρετικά απαιτητικό καλλιτεχνικό τους δρόμο, που επί σειρά ετών, περπατούν με σταθερά και σίγουρα βήματα.



Ο Άρης Σερβετάλης, κυριολεκτικά αγνώριστος ως Πενθέας, στην αρχή αμείλικτος κι ακλόνητος ηγέτης, κόβοντας τον αέρα με το φοβερό του μαστίγιο-καμτσίκι, έμοιαζε με καβαλάρη δίχως άλογο, που πασχίζει, να πιστέψει κι ο ίδιος την σοβαρότητα των ίδιων του των απειλών. Έχοντας, ν’ αναμετρηθεί μ’ έναν άγνωστο, νεοφερμένο εχθρό, που έφερε στην πόλη του το “δαίμονα”, αρχίζει έναν άνισο αγώνα, με βασική αντίπαλο την ίδια του την μητέρα. Ο ηθοποιός, χωρίς να χάσει την αίσθηση του μέτρου σε κανένα απολύτως σημείο, είχε όλη την παραφορά του ανθρώπου, που ενώ ξεκινά αποφασισμένος και σίγουρος για την ορθότητα των επιλογών του, στο τέλος συνθλίβεται από το ίδιο το “κακό” που πολεμά, το οποίο βρίσκει την απόλυτη απεικόνιση του στο πρόσωπο του σαγηνευτικά γοητευτικού Διόνυσου, που μισεί, περιφρονεί κι εκδικείται τους εχθρούς του, όπως θα έπραττε ένας κανονικός, αμαρτωλός άνθρωπος.
Ο Διόνυσος της Αγλαΐας Παππά, ήταν ένα χάρμα οφθαλμών, τόσο εικαστικά – κομψότατη κι απελπιστικά ελκυστική μέσα στο μαύρο της κοστούμι – όσο και υποκριτικά. Η ανδρόγυνη φιγούρα της ηθοποιού, με την ξανθιά κόμη που εξέπεμπε μια απόκοσμη αύρα, μετέδωσε τη λάμψη της μέχρι και τον τελευταίο θεατή. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την καλοδουλεμένη, καθαρή και βαθιά φωνή της, “παρέσυραν” το κοινό και δόνησαν το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Η Αγλαΐα Παππά συνέθεσε ένα πορτραίτο αβίαστης σιγουριάς και τρεμάμενης ευαισθησίας, κάνοντας την εκδίκηση του θεού, να φαντάζει ακόμη και δίκαιη. Η ηθοποιός με αξιοζήλευτη, ερμηνευτική ακρίβεια, μας έπεισε, ότι ο γιος της αδικοχαμένης Σεμέλης, είναι πράγματι θεός και μάλιστα σπλαχνικός και δοτικός προς τους ανθρώπους. Τους προσφέρει άφθονο το κρασί του, το γλυκό ελιξίριο της λήθης, της παραφοράς, του ξέφρενου γλεντιού, του ελεύθερου έρωτα, της λαγνείας. Κι οι άμυαλοι άνθρωποι, πως του το ανταποδίδουν; Μ΄ασέβεια και περιφρόνηση. Είναι όλοι άξιοι της μοίρας τους. Γλυκά και σαδιστικά αργά θα τους τυλίξει στα φαρμακερά της δίχτυα, τα πλεγμένα με περισσή μαεστρία και στο τέλος θα τους ανακοινώσει το μέλλον τους, με ύφος παγερό και νηφάλιο και λόγο απαλό και βελούδινο, εντείνοντας ακόμα περισσότερο το δράμα τους και κάνοντας εμάς το κοινό, να ανατριχιάσουμε από αποτροπιασμό.


Στο σύνολο της παράστασης – και μεμονωμένα- η Άντζελα Μπρούσκου πέτυχε το πιο σημαντικό. Να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού, εντείνοντας την προσμονή, για την τελική σκηνή της πιο σημαντικής αποκάλυψης. Αυτό που κραδαίνει περήφανη η Αγαύη, το άγριο κυνήγι της, δεν είναι άλλο από το κεφάλι του μονάκριβου παιδιού της. Από εκεί και πέρα τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο. Μια νέα εποχή ξεπροβάλλει, μέσα από τις στάχτες της προγενέστερης, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη φύση. Το “παλιό” πρέπει να πεθάνει, για να γεννηθεί το “καινούργιο”. Καθαρά σημειολογικά, οι Βάκχες ακόμα και χρονολογικά (γράφτηκαν το 405 και αποτελούν το Κύκνειο Άσμα του Ευριπίδη) είναι αυτό ακριβώς. Η μετάβαση σε μια νέα εποχή – χειρότερη η καλύτερη δεν διευκρινίζεται –  αφού όμως πρώτα αναμετρηθεί ο άνθρωπος με το “θεό” και το “κτήνος”, που συνυπάρχουν μέσα του. 
Μακάρι στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και των υπόλοιπων καλλιτεχνικών διοργανώσεων, να παρακολουθούμε τέτοιες δουλειές, που προάγουν τον πολιτισμό και στο Εξωτερικό  (πλήθος τουριστών βρίσκονταν ανάμεσα στο κοινό),  χωρίς να προδίδουν και το όραμα του καλλιτέχνη, γιατί κακά τα ψέματα, η ίδια η ουσία της δουλειάς του, βρίσκεται στον πειραματισμό, την αμφισβήτηση των στερεοτύπων και την διαρκή αναζήτηση νέων τρόπων έκφρασης. 

Άνθρωποι από διαφορετικές χώρες, με εντελώς διαφορετική κουλτούρα συναντήθηκαν το Σάββατο 9 Αυγούστου, στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου κι ακόμα κι αν δεν υπήρχαν οι αγγλικοί υπέρτιτλοι, όλοι θα καταλάβαιναν το βαθύτερο νόημα της παράστασης, μέσα από την πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο. Τη θεατρική. 

Advertisements