Π Ρ Ο Σ Ω Π Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α
 Μ Α Ι Ρ Η   Ν Α Ν Ο Υ
 
 
 
τη στήλη γράφει & επιμελείται 
η Λίλα Παπαπάσχου
 
 
            Πως ακριβώς μπήκε στη ζωή σας η Υποκριτική;
Απ’ όταν ήμουν παιδί, ο μπαμπάς μου έλεγε για πλάκα, ότι όταν μεγαλώσω θα με στείλει στο Χόλυγουντ, το οποίο για μένα τότε ήταν σαν μια καραμελούπολη, κάτι σαν την Ντίσνευλαντ. Όσο μεγάλωνα, όμως άλλαζαν τα πλάνα κι όμως ήταν φυσικό, θα προτιμούσε να με δει γιατρό, επιστήμονα δηλαδή.  Τίποτα απ’ όλα αυτά, που σχεδιάζαμε δεν έγινε, γιατί δυστυχώς έχασα και τους δυο μου γονείς πολύ νωρίς. Πρώτος πέθανε ο πατέρας μου και δύο χρόνια μετά – ήμουν μόλις 17 – «έφυγε» κι η μητέρα μου. Μετά έμεινα τελείως μετέωρη. Όπως ήταν φυσικό έπεσα σε μια βαθιά κατάθλιψη,  γιατί σαν παιδί δεν μπόρεσα, να διαχειριστώ δύο θανατικά μέσα στο σπίτι. Φιλοξενήθηκα για αρκετά χρόνια από την ξαδέλφη μου, η οποία ήταν ένας άνθρωπος με ευαισθησίες. Ανησυχώντας για την  εσωστρέφεια μου, θέλησε να βοηθήσει, ώστε να εξωτερικεύσω κάποια συναισθήματα. Εκείνη κι ο άντρας της – ήταν σκηνοθέτης κινηματογράφου –  με πήγαν στη Σχολή του Κατσέλη. Στην αρχή ξεκίνησα δειλά-δειλά, αλλά στην πορεία αποδείχτηκε,  ότι  ήμουν κάτι παραπάνω από καλή και ότι το θέατρο για μένα δεν ήταν απλά ψυχοθεραπεία. Κατάφερα κι αποφοίτησα μαζί με πολύ σπουδαίους ηθοποιούς, όπως ο Δημήτρης Καταλειφός, με τον οποίο μάλιστα δώσαμε εξετάσεις τον Πεέρ Γκυντ του Ίψεν, εκείνος στον ομώνυμο ρόλο κι εγώ παρόλο που ήμουν κοριτσάκι, στο ρόλο της μητέρας του. Κάπως έτσι μπήκε η υποκριτική στη ζωή μου κι έγινε τελικά κομμάτι του εαυτού μου.
 
Είστε μια πολύ εμφανίσιμη γυναίκα, με μια ιδιαίτερα αισθαντική φωνή,   ενώ     ταυτόχρονα εκπέμπετε έναν αριστοκρατικό αέρα επί σκηνής και επί…ζωής! Έχετε επίγνωση της γοητείας που ασκείτε;
Όχι, καθόλου. Ποτέ δεν σκέφτηκα «α ξέρεις είμαι ωραία, ασκώ γοητεία». Δεν το εκμεταλλεύτηκα ποτέ. Εμένα με ενδιαφέρει ο ρόλος και μέσα απ’ αυτόν να μπορέσω, να δουλέψω και να εκφραστώ. Ακόμα και στη ζωή μου δεν το έκανα αυτό, να το πουλήσω δηλαδή, ότι είμαι ωραία. Δεν μπορώ, να δω αυτό που βλέπουν οι άλλοι. Υπάρχουν γυναίκες που έχουν αυτή την αυτογνωσία και την αυτοπεποίθηση. Εγώ δεν το έχω αισθανθεί ποτέ αυτό.
Κατά καιρούς γίνονται πολλές συζητήσεις και άλλες τόσες αναλύσεις   από ειδικούς και…λιγότερο ειδικούς για το θέμα της «τεχνικής». Εσείς πως λειτουργείτε ως ηθοποιός; 
 
Βέβαια παίζει ρόλο κι η τεχνική, γιατί ένα μέρος της δουλειάς του ηθοποιού αφορά την τεχνική. Χωρίς την τεχνική δεν γίνεται. Από την άλλη δεν νομίζω, ότι μπορεί να γίνει κάτι χωρίς το ανάλογο συναίσθημα. Χωρίς αυτό δεν γίνεται τίποτα, αλλιώς δεν μιλάμε για θέατρο. Χρειάζεται μια ισορροπία.
 
Πιστεύετε, ότι οι Δραματικές Σχολές με τον τρόπο που λειτουργούν στην Ελλάδα, αναδεικνύουν και εκπαιδεύουν πραγματικά τη νέα γενιά καλλιτεχνών ή απλά συντηρούν το όνομα και το «πελατολόγιο» τους, προκειμένου να μην κλείσουν;
Πιστεύω, ότι υπάρχουν και κάποιες καλές Δραματικές Σχολές, οι οποίες προετοιμάζουν τα παιδιά, με καλές προοπτικές. Φυσικά, υπάρχουν κι άλλες – έχω ακούσει πάρα πολλά, τέρατα! – που εκμεταλλεύονται την αγωνία και οτιδήποτε άλλο διαθέτει ένας νέος, που θέλει ν’ ακολουθήσει αυτό το επάγγελμα και στο τέλος αν εκείνος έχει κάποια θετικά στοιχεία και διασωθεί έχει καλώς, αλλιώς…Πάντως οι σχολές που κάνουν σωστά τη δουλειά τους, δίνουν πολλά στα νέα παιδιά, γι’ αυτό και τα περισσότερα είναι τόσο καλά δουλεμένα. Το βλέπω και στην πράξη, ότι ξέρουν πάρα πολλά πράγματα.
 
Είχα την τύχη να σας δω πρόσφατα στο ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΑΤΡΟ, σε μια καταπληκτική παράσταση σε σκηνοθεσία της χαρισματικής Φένιας Aποστόλου, βασισμένη στον ΠΕΛΕΚΑΝΟ του Στρίντμπεργκ.  Ομολογώ, ότι με αφήσατε άφωνη με την ερμηνεία σας, σε έναν άκρως απαιτητικό ρόλο, ενώ εντυπωσιάστηκα κι από τον τρόπο που επικοινωνούσατε με τους συμπρωταγωνιστές σας. Είστε τόσο γενναιόδωρη εκ φύσεως; Τι θα λέγατε στους καταξιωμένους συναδέλφους σας, που νιώθουν ν’ απειλούνται από τη νέα γενιά;
Δεν νομίζω, ότι πρέπει να αισθάνεται κανείς, ότι απειλείται από τη νέα γενιά.  Χώρος υπάρχει για όλους. Υπάρχει χώρος και για τους ρόλους μεγαλύτερης ηλικίας και για τους νέους ανθρώπους.  Όταν παίζεις με νεότερους ηλικιακά συναδέλφους, δίνεις και παίρνεις. Δίνω εγώ ότι μπορώ, απ’ αυτό που έχω μαζέψει τόσα χρόνια και μου δίνουν εκείνοι όλα τα καινούργια που φέρουν, γιατί όπως είπα και παραπάνω, υπάρχουν πολύ αξιόλογα παιδιά, που γνωρίζουν πολλά πράγματα.

 
 
 
Σας ιντριγκάρουν γενικά οι δύσκολες και περίπλοκες ηρωίδες; Ποια είναι αυτή που ξεχωρίζετε;
Βέβαια. Ένας ρόλος αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον, όταν υπάρχουν κάποιες δυσκολίες.  Ψάχνεσαι πιο πολύ κι αυτό που μένει δεν είναι μόνο αυτό, που έχεις ν’ αποδόσεις πάνω στην σκηνή. Κερδίζεις κι εσύ σαν άνθρωπος.  Υπάρχουν πολλοί σπουδαίοι ρόλοι και στο ελληνικό και στο ξένο ρεπερτόριο. Τι να πρωτοαναφέρω; Δεν θα ήθελα να εγκλωβιστώ σε κάποια συγκεκριμένη επιλογή, γιατί πολλές φορές ανακαλύπτεις κάτι εντελώς καινούργιο και σκέφτεσαι «τι ωραίο έργο…τι ωραίος ρόλος». Αντίστοιχα, ένα κλασικό έργο, μπορεί ν’ ανέβει μ’ έναν καινούργιο τρόπο, όπως συνέβη με τον ΠΕΛΕΚΑΝΟ του Στρίντμπεργκ.  Στην αρχή,  φοβήθηκα λίγο τον τρόπο με τον οποίο η Φένια Αποστόλου, επέλεξε να ανεβάσει ένα τόσο γνωστό κλασικό έργο, αλλά αυτό το καινούργιο εμένα με γέμισε και μάλιστα βρέθηκαν πολλοί συνάδελφοι, που μου είπαν «Μπράβο! Ήταν πολύ καλό βήμα αυτό που έκανες!» Ένας ηθοποιός δεν μπορεί ποτέ να «κλείσει». Ακόμα κι ένας πολύ μικρός ρόλος, μπορεί να έχει το ενδιαφέρον του.
Είμαι σίγουρη, ότι ο όρος «κρίση» κι όσα αυτός περιλαμβάνει, έχει μπει και στη δική σας ζωή,  άμεσα ή έμμεσα. Υπάρχουν άνθρωποι από τον στενό ή ευρύτερο κύκλο σας, που αντιμετωπίζουν προβλήματα επιβίωσης;
Αυτό που δυστυχώς είναι πολύ έντονο αυτήν την εποχή, είναι ότι λόγω της κρίσης έχουν «χαθεί», ένα δύο γενιές και δεν ξέρουμε πόσες ακόμα έπονται. Υπάρχει κόσμος, που κάποτε ζούσε πολύ διαφορετικά και τώρα έχει αναγκαστεί, να περιορίσει ακόμα και τις βασικές του ανάγκες. Όλοι το περνάμε αυτό. Βλέπω και τα νέα παιδιά, κρίνοντας από τη γενιά της κόρης μου, που τελειώνουν με άριστα και διαθέτουν άπειρα προσόντα, μεταπτυχιακά, ένα σωρό εφόδια και βλέπεις ότι ψάχνονται τα παιδιά και δεν μπορούν να βρουν το δρόμο τους και νιώθεις μια μεγάλη πίκρα, γιατί λες: «τι γίνεται αυτή η γενιά»; Μπορεί να είναι κοινότοπο αυτό που λέω, αλλά έτσι είναι!
 
Είναι αλήθεια, ότι έχουν ακουστεί πολλές απόψεις επί του θέματος… Κατά την γνώμη σας, πως οδηγηθήκαμε από το «Λεφτά Υπάρχουν»…στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο; Άραγε, έχει όντως αρχίσει, να διαφαίνεται φως στο τούνελ…ή είναι απλά το τρένο, που έρχεται – ξανά –  καταπάνω μας;
Τι να πω…το  τρένο αυτό έρχεται καταπάνω μας, πάμε κι εμείς μαζί του…έχει σφηνώσει; Δεν ξέρω τι γίνεται ακριβώς, αλλά φως δεν φαίνεται πουθενά. Επίσης, δεν γνωρίζω πως φτάσαμε ως εδώ, αλλά φαινόταν ότι κάτι θα συμβεί, γιατί αυτή η ξαφνική πεποίθηση, ότι όλοι είμαστε ισοδύναμοι οικονομικά και μπορούμε, να κάνουμε τις απίστευτες διακοπές με διακοποδάνεια και εορτοδάνεια και τα συναφή, δεν ήταν κάτι συμβατό με τη λογική. Θα πρέπει, να ήσουν πολύ απροβλημάτιστος άνθρωπος, για να μην υποψιαστείς, ότι κάτι έρχεται καταπάνω μας.  Συζητώ με διάφορους φίλους και συναδέλφους και όλοι νιώθουμε το ίδιο. Κάπως σαν χαμένοι κι ελάχιστα αισιόδοξοι. Βέβαια και σαν λαός δεν κάνουμε κάτι, πέρα από το να μεμψιμοιρούμε. Όταν όμως γίνονται διάφορες κινητοποιήσεις,  δεν κατεβαίνει κανείς. Όλοι από τον καναπέ. Στην αρχή που κάτι γινόταν, που ήταν οι υπόλοιποι; Γενικά σαν λαός, είμαστε πολύ ενεργοί στην κριτική και λιγότερο πρόθυμοι στη δράση. Δυστυχώς δεν βλέπω φως…Σφηνώσαμε!
 
Υπάρχει κάτι που σας ενοχλεί στον τρόπο, που προβάλλονται από τα ΜΜΕ, οι άνθρωποι του καλλιτεχνικού χώρου;
Ανάλογα και τι ονομάζουμε «καλλιτεχνικό χώρο». Τους ανθρώπους που πρέπει και αξίζουν, πολύ καλά κάνουν και τους προβάλλουν. Βέβαια, κατά καιρούς ακούς και κάποια ονόματα και λες «ποια είναι αυτή η κυρία, ποιος είναι αυτός ο κύριος»…και γιατί έχει τέτοια προβολή, ενώ παράλληλα παίζεται μια πολύ καλή παράσταση και δεν έχει ενδιαφερθεί κανείς, να την προβάλλει. Ευτυχώς, τώρα τελευταία μέσω ειδικά του διαδικτύου, υπάρχει μια ευρύτερη κάλυψη των καλλιτεχνικών δρώμενων, με αποτέλεσμα, να γίνονται γνωστές και δουλειές, που παλιότερα δεν θα είχαν την ίδια απήχηση κι αυτό είναι πολύ παρήγορο.
Υπάρχουν πάρα πολλοί ενδιαφέροντες γυναικείοι ρόλοι στη διεθνή και εγχώρια δραματουργία κι όμως πολλές συνάδελφοι σας παραπονιούνται, ότι δεν δέχονται προτάσεις, ενώ άλλες πάλι σνομπάρουν τους ρόλους της μητέρας, της γιαγιάς ή άλλους παρεμφερείς και κάποιες επιμένουν, να συντηρούν εσαεί το προφίλ της λολίτας ή της μοιραίας. Μήπως τελικά απαξιωνόμαστε και λίγο από μόνες μας στην τέχνη και γενικότερα;
Πιστεύω, ότι τώρα πια δεν γίνεται τόσο αυτό. Βλέπεις ας πούμε και ηθοποιούς, που υπήρξαν πολύ όμορφες γυναίκες και δεν έχουν κανένα πρόβλημα να παίξουν τη μαμά, τη γιαγιά κτλ,  όπως ας πούμε η Ελένη Φιλίνη, που έπαιξε στα ΚΛΕΜΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ το ρόλο της μητέρας του Π. Μπουγιούρη και την εκτίμησα πολύ γι’ αυτό.  Θα πρέπει να είσαι ανόητη αν μεγαλώνοντας, θέλεις να παίζεις μόνο τις μοιραίες και τις ωραίες, δεν γίνεται αυτό. Κάποια στιγμή το ίδιο το πρόσωπο θα στο δείξει και νομίζω, ότι οι ρόλοι των μαμάδων και των γιαγιάδων έχουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.
 
 
Ποιες είναι οι γυναικείες ερμηνείες – κι όχι μόνο – στο θέατρο ή τον κινηματογράφο, που σας έκαναν τόσο μεγάλη εντύπωση, ώστε να ευχηθείτε κάτι αντίστοιχο για τον εαυτό σας;
Όσον αφορά το θέατρο, μια παράσταση με την οποία είχα τρελαθεί και την είχα δει 4-5 φορές ήταν η ΔΕΣΠΟΙΝΙΔΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ, με τη Λαμπέτη. Ήταν πραγματικά απίστευτη! Όπως και στη Σάρα, που έπαιξε μετά. Παλιότερα το ΜΑΝΑ ΚΟΥΡΑΓΙΟ με την Παξινού. Τώρα στον κινηματογράφο κυριαρχεί η Μέρυλ Στρυπ. Τι έχει παίξει! Δεν μιλάω μόνο για τους κορυφαίους της ρόλους. Ακόμα και στο MAMMAMIA, έδειξε μια νεανικότητα, μια τρέλα και εξέπεμπε ομορφιά. Μια ερμηνεία γεμάτη ενέργεια, λαμπερή. Είναι φοβερή πραγματικά. Εκεί φαίνεται ο μεγάλος ηθοποιός. Να μπορεί να παίζει όλη αυτή τη γκάμα και να είναι εξίσου καλός σε όλα.
Εκτός από θεατρικά έργα και το ARTPROJECT 24 (αν δεν παινέψεις το σπίτι σου χαχα!!), τι άλλο διαβάζετε στον ελεύθερο χρόνο σας;
Διαβάζω πολύ λογοτεχνία. Μυθιστορήματα, ποίηση – λιγότερο ποίηση –  και κάποια ιστορικά κείμενα. Μου αρέσει πάρα πολύ το διάβασμα. Η λογοτεχνία με ταξιδεύει…
Θα ήθελα, να μου αναφέρετε ενδεικτικά κάποιους αγαπημένους σας καλλιτέχνες, ενδεχομένως κι από διαφορετικές τέχνες.
    
Είναι πάρα πολλοί αυτοί που αγαπώ. Ξεκινώντας με τους      Έλληνες ποιητές ο Ελύτης, ο Ρίτσος, φυσικά ο Καβάφης…και για να έρθουμε και στους νεότερους ο Σαχτούρης, ο Λειβαδίτης. Από ζωγράφους ο αγαπημένος μου είναι ο Βαν Γκονγκ και μετά ο Τσαρούχης, ο Φασιανός και πολλοί ακόμα….Όσον αφορά κινηματογραφικούς σκηνοθέτες μου αρέσει πολύ ο Λανς Φον Τρίερ κι όλη η αμερικανική σχολή, που έχει παρουσιάσει απίστευτες ταινίες. Μου αρέσουν επίσης, οι περισσότερες παλιές Γαλλικές ταινίες του ρεύματος της  Nouvelle Vague.
 
Έχει τύχει ποτέ  κατά τη διάρκεια μιας παράστασης, να «χαθείτε» εντελώς μέσα στο ρόλο που ερμηνεύατε;
Γενικά χάνεσαι όταν παίζεις. Πρέπει βέβαια, να υπάρχει κι ένας έλεγχος, αλλά όταν ανεβαίνεις στη σκηνή, μπαίνεις στο ρόλο και εκτίθεσαι, τις περισσότερες φορές φεύγεις, χάνεσαι.        Γι’ αυτό μετά από μια παράσταση δεν μπορείς,  να πας κατευθείαν σπίτι σου και να κοιμηθείς ή και να πας, θέλεις χρόνο για ν’ αδειάσει όλο αυτό, να φύγει. Αλλά είναι οι στιγμούλες αυτές, που είναι και μαγεία συγχρόνως. Είναι μαγευτικό όλο αυτό.
 
 
Ποια είναι η γνώμη σας για το Φεστιβάλ Αθηνών και τα κατά τόπους καλλιτεχνικά φεστιβάλ; Παρακολουθήσατε κάποια παράσταση φέτος;
Φέτος δυστυχώς δεν πήγα, αν και το ήθελα. Άκουσα ότι παρουσιάστηκαν κάποιες πολύ αξιόλογες παραστάσεις, αλλά άκουσα και κάτι «κραξίματα»…μεγάλα! Δεν μπορώ να έχω ξεκάθαρη γνώμη, γιατί οι πληροφορίες που έχω, είναι από κάποιες κριτικές που διάβασα και τίποτα άλλο. Επίσης, σε κάποιες που πήγα, δεν υπήρχαν εισιτήρια, ήταν οι περισσότερες soldout. Αυτό από μόνο του είναι πολύ ευχάριστο. Καλύτερα να βλέπει ο κόσμος θέατρο, να το ευχαριστιέται η ψυχή του!
 
Κυκλοφορείτε στο κέντρο της Αθήνας; Ποια είναι τα αγαπημένα σας μέρη στην πόλη και γιατί;
      
Βεβαίως κυκλοφορώ και μ’ αρέσει πολύ όλο το Ιστορικό Κέντρο. Μ’ αρέσει αυτή η περίφημη βόλτα του Θησείου. Επίσης, προτιμώ τα μέρη που εκπέμπουν αυτό το «κάτι», πως να το πω, ενέργεια;  Όποτε κατεβαίνω στο κέντρο για κάποια δουλειά, συνήθως το συνδυάζω με μια ωραία βόλτα στις διάφορες γειτονιές, τα στενά… μ’ αρέσει ν’ ανακαλύπτω κάθε φορά και κάτι καινούργιο.
Πρόσφατα είδα διάφορες ταινίες με πρωταγωνίστριες εξαιρετικά ταλαντούχες ηθοποιούς όπως οι:  Έλεν Μίρεν,  Τζούντι Ντέντς,  Έμα Τόμσον, Βανέσα Ρεντγκρέιβ, Νταιάν Κίτον, Σάλι Φιλντ και φυσικά το «ιερό τέρας», που ακούει στο όνομα Μέρυλ Στρηπ. Σε όλες αυτές τις ταινίες ο ρόλος τους ήταν υπερβολικά απαιτητικός, τόσο υποκριτικά όσο και σωματικά και τον απέδωσαν με φοβερή πιστότητα και άνεση, βάζοντας κάτω πολύ νεότερες συναδέλφους τους. Στην Ελλάδα έχουμε ένα ταμπού με την ηλικία ή είναι ιδέα μου;
Δεν πρέπει να έχουμε ταμπού, γενικά. Θεωρώ, πως αν υπάρχουν, κακώς υπάρχουν. Απλά εδώ δεν έχουμε την υποδομή για να κάνουμε τέτοια πράγματα, τουλάχιστον όχι ακόμα. Άρα δεν είναι θέμα ηλικίας ή ταμπού η σωστή απόδοση ενός απαιτητικού ρόλου, αλλά καθαρά θέμα υποδομής.
Προτιμάτε να συνεργάζεστε περισσότερο με άντρες ή με γυναίκες σκηνοθέτες;
Υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές στον τρόπο προσέγγισης ενός έργου, ανάμεσα στα δύο φύλα;
     
 Ο καθένας έχει να δώσει το δικό του στοιχείο. Μπορεί ένας άντρας  σκηνοθέτης, να πιάσει περισσότερες γυναικείες ευαισθησίες και να σου τις μεταδώσει μέσα από ένα ρόλο. Οι γυναίκες από την άλλη, έχουν μια ιδιαίτερη δυναμική στο χώρο και συνήθως παρουσιάζουν πιο τολμηρά και πιο ωραία πράγματα. Ο καθένας έχει τη γοητεία του, έτσι πιστεύω.
 
Τι ρόλο παίζει η μουσική στη ζωή σας; Αν κάποιος σας ζητούσε να την «ντύσετε» μουσικά, ποιο θα ήταν το δικό σας σάουντρακ;
     
Το BOLERO του Ravel. Νομίζω ότι είναι ένα κομμάτι, που σε «προχωράει».   Μπαίνοντας κλιμακωτά το κάθε όργανο,  όταν στο τέλος συναντιούνται όλα τα μουσικά όργανα μαζί, έχεις μια αίσθηση πληρότητας, ολοκλήρωσης. Έχω την αίσθηση, ότι κάπως έτσι είναι κι η πορεία του ανθρώπου, ε;
 
 Γνωρίζω – off the record – ότι ετοιμάζετε πολύ όμορφα πράγματα.     Θα μας πείτε περισσότερα γι’ αυτά; Για να κλείσουμε την κουβέντα μας αισιόδοξα και…δημιουργικά!
Στο Αγγέλων Βήμα, θα γίνει ένα Φεστιβάλ Ελληνικού Έργου, στο οποίο  θα πάρουν μέρος έξι νεοέλληνες συγγραφείς, που θα έχουν όλοι ένα κοινό στοιχείο στα έργα τους, συγκεκριμένα ένα φόνο.  Είχα την τιμή, να με φωνάξει ξανά η Λεία Βιτάλη, για να παίξω στο καινούργιο της έργο, με τίτλο «ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟ». Το έργο θα παρουσιαστεί στο πλαίσιο του Φεστιβάλ, γύρω στο Φεβρουάριο και θα παίζεται Δευτερότριτα, επί ενάμιση μήνα. Η Λεία Βιτάλη έχει αναλάβει και τη σκηνοθεσία, ενώ κι οι υπόλοιποι συντελεστές είναι όλοι πολύ καλοί. Να αναφέρω ενδεικτικά τους συμπρωταγωνιστές μου τη Ντομένικα Ρέγκου και τον Βασίλη Μπατσακούτσα, με τους οποίους παρόλο που είμαστε ακόμα στην αρχή, έχουμε μια πολύ καλή χημεία σκηνικά και «παρασκηνιακά» και  πιστεύουμε, ότι μέχρι τον Φεβρουάριο…θα είμαστε απόλυτα έτοιμοι, να σας παρασύρουμε σε μια νύχτα γεμάτη…μυστήριο κι ανατροπές.
 

 
 
 
 
 
 
 
 
          
          
           
 
 
 
 
 
Η κα. Νάνου δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις…Το πρόσωπο της, η σπάνια στόφα της φωνής της και η ευγενική της παρουσία κατέχουν μια ξεχωριστή θέση στον χώρο του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, εδώ και πολλά χρόνια. Μας είναι άλλωστε ιδιαίτερα οικεία από τους ρόλους της σε άκρως δημοφιλείς τηλεοπτικές σειρές όπως: Ψίθυροι Καρδιάς, Αέρινες Σιωπές, Φίλα το Βάτραχο σου, Στο φως του φεγγαριού, Μη Μαδάς τη Μαργαρίτα κ.λ.π.

 

 
Το να πω ευχαριστώ για την εμπιστοσύνη, που μου έδειξε, αφήνοντας με να την προσωπογραφήσω, είναι μάλλον λίγο. 

Μακάρι, τη γενναιοδωρία, το ταλέντο και την ικανότητα της να ξεκινάει πάντα από το μηδέν,  με τον ενθουσιασμό πρωτοεμφανιζόμενης, να την είχαν κι άλλοι συνάδελφοι της.
 
Η συνέντευξη και η φωτογράφιση έγινε στον ειδυλλιακό κήπο του Νομισματικού Μουσείου (Πανεπιστημίου 12 – Αθήνα), ένα – παραλίγο –  συννεφιασμένο απόγευμα. Ευχαριστούμε τους υπεύθυνους του χώρου για την ευγενική φιλοξενία. 
Καλή τυχή σε όλα τα καλλιτεχνικά σας σχέδια κα. Μαίρη (Νάνου) μας!!
 
 
 
 
 
 
 
 
Advertisements