Tags

goll

 

Του Γιώργου Λίλλη

«Σκέψου σκέψου σκέψου ώσπου να τρελαθείς
πως το λουλούδι φουσκωμένο από νόημα υψώνεται σαν ρόδινη
χορεύτρια
κι απ΄ τόν εξευγενισμένο χαλαζία εκπορεύεται η μουσική των σφαιρών
ενώ η σφήκα γεννάει τ΄ αυγά της, μες στο κουφάρι ενός αγγέλου».

Διαβάζοντας τους παραπάνω στίχους ήξερα χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις πως ο Γονατάς μεταφράζοντας τον Ιβάν Γκόλ (εκδόσεις Στιγμή),  μας έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσουμε ακόμα έναν σημαντικό ποιητή.  Ο Ιβάν Γκόλ γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1891 στο Saint-Die des Vosges και πέθανε στο Παρίσι στις 27 Φεβρουαρίου 1950.  Η γλώσσα που μιλούσαν στο σπίτι του, όπως πληροφορούμαστε στο κατατοπιστικό επίμετρο του Γονατά, ήταν τα γαλλικά, αλλά στο Λύκειο του Mets, όπου φοίτησε, αποκλειστική γλώσσα των σπουδών του ήταν τα γερμανικά. Δίγλωσσος ποιητής, γινόταν Γάλλος όταν έγραφε γαλλικά και Γερμανός όταν έγραφε γερμανικά. Τα πρώτα γερμανικά ποιήματα του δημοσιεύθηκαν στο Μετς το 1913, ενώ στην Ελβετία δημοσίευσε τα πρώτα γαλλικά έργα του. Ο Γκόλ έγραψε εκτός από ποιήματα, μυθιστορήματα, δοκίμια και κινηματογραφικά σενάρια.
Διαβάζοντας τα ποιήματα του Γκόλ βρισκόμαστε θεατές ενός παράξενου κόσμου. Και λέω θεατές, για τον λόγο ότι οι εικόνες που παρουσιάζει μέσα στα ποιήματά του είναι τόσο ολοκληρωμένες και ζωντανές που αποτελούν κοσμοθεωρία ενός  βλέμματος. Ο Γκόλ ενστερνίστηκε από νωρίς τον υπερρεαλισμό αλλά τον μεταχειρίστηκε ως μέθοδο αναθεώρησης της πραγματικότητας. Ο ίδιος σε άρθρο του είχε επισημάνει πως «η δραματουργία του ά-λογου έχει ως στόχο να γελοιοποιήσει τους νόμους μας της καθημερινότητας και να ξεσπάσει το βαθύ ψέμα της μαθηματικής λογικής. Ο υπερρεαλισμός είναι η πιο δυνατή άρνηση του ρεαλισμού». Τα ποιήματα του έχουν την ιδιαιτερότητα  να εγκολπώνονται την υπεροχή του φανταστικού μα να επεκτείνονται στον ρεαλισμό, δημιουργώντας αντίστιξη. Το ποίημα «Κοκορομαχίες», από την ποιητική συλλογή Η Αβάνα, 1940, είναι ένα  σημαίνον παράδειγμα αυτής της διαπλοκής του ρεαλιστικού κόσμου με του φανταστικού. Ο Γκόλ χτίζει το μύθο του πάνω στο γνωστό σε όλους μας παιχνίδι των κοκορομαχιών. Δημιουργεί την ατμόσφαιρα που θέλει να μας μεταδώσει περιγράφοντας τον χώρο που εξελίσσεται το ποίημα· «μοιάζει» γράφει «μ΄ ένα μικρό ναό στο Μαριαννάο/ ένα οκτάγωνο ναό από πράσινο ξύλο..». Πιο κάτω είναι τα σκαλοπάτια και οι μικροπωλητές πουλώντας πίτες και ζαχαρωτά ενώ οι άλλοι ετοιμάζουν τους κόκορες, τους ζυγίζουν, «τους κάνουν ν΄ αστράφτουν για την τελική μάχη/ τους έχουν κόψει το πορφυρό λειρί/….τους βρέχουν το γυμνό κεφάλι με οινόπνευμα/ το περιττό και απαλό πούπουλο ξυρίζεται/..». Αν διαβάζαμε τα παραπάνω έξω από την πλοκή του ποιήματος θα είχαμε την αίσθηση πως κάποιος μας πληροφορεί για την διαδικασία του παιχνιδιού.  Ο Γκόλ όμως μετατρέπει το ποίημα σε ένα δραματικό μανιφέστο μεταφορών, καταλήγοντας στην ήττα του νικητή και όχι του νικημένου: «κι όταν η μάχη σταματήσει/ ο νικητής –τόσο αξιοθρήνητος/ μπροστά στο θύμα του- ξύνει την άμμο/ τσιμπώντας με το ράμφος του ένα λαιμό άψυχο/ με λύσσα ανώφελη/ για μια ζωή ανόητη». Για να φτάσει όμως μέχρι εδώ, σ΄ αυτό τον πολυσήμαντο ορισμό του θύτη και του θύματος, ο Γκόλ χρησιμοποιεί τόσα εκφραστικά τεχνάσματα που βρισκόμαστε αυτόπτες μάρτυρες του ποιητικού γεγονότος: «Να τώρα η αρένα/ να ο στίβος της ζωής και του θανάτου/ να ο πανάρχαιος και πρωταρχικός νόμος/ το Ράμφος». Ένα ποίημα με σασπένς κινηματογραφικής επινόησης. Ήδη ο Γκόλ είχε πειραματιστεί με την ιδέα αυτή, γράφοντας σενάρια για τον κινηματογράφο που θα μπορούσαν να ήταν και ποιήματα. Η κινηματογραφική ποίηση είχε ως στόχο της την εικόνα, όχι όμως επί της οθόνης. Ο Γκόλ γέμισε χιλιάδες σελίδες με εικόνες που θα μπορούσαν να χτίσουν έναν μύθο· τον μύθο της υπέρ – πραγματικότητας:

το πορτοκάλι της αυγής ξεφλουδίζεται
κι οι δώδεκα φέτες των ωρών
ξεκολλάνε αργά-αργά
για να φαγωθούνε

Μια ποιητική κοσμογονία φανταστικής υπεροχής. Η ποίηση είναι εξ ολοκλήρου υπόθεση της φανταστικής της υπεροχής. Η χώρα της είναι κατοικήσιμη μόνο από αυτούς που θα δεχθούν τους όρους του παιχνιδιού. Ο Γκόλ με τις λέξεις που χρησιμοποιεί, ή μάλλον με τις εικόνες που περιγράφει, κάνει να πιστεύουμε πως την ώρα που διαβάζουμε το ποίημα συγχρόνως το γράφουμε. Είμαστε συμμέτοχοι στην φυσιοκρατική του παντοκρατορία· στην δική του υπερρεαλιστική πραγματικότητα. Ο ίδιος είχε κάποτε γράψει: «Η πραγματικότητα είναι η βάση κάθε μεγάλης τέχνης….Κάθε τι που ο καλλιτέχνης δημιουργεί έχει το ξεκίνημα του στη φύση.. Ο πρώτος ποιητής του κόσμου διαπίστωσε «ο ουρανός είναι γαλάζιος». Αργότερα ένας άλλος βρήκε: «Τα μάτια σου είναι γαλάζια όπως ο ουρανός». Πολύ αργότερα αποτόλμησαν να πουν: «Έχεις ουρανό μέσα στα μάτια σου». Οι ωραιότερες εικόνες είναι εκείνες που φέρνουν κοντά, όσο το δυνατόν πιο άμεσα και πιο γρήγορα, στοιχεία της πραγματικότητας απομακρυσμένα μεταξύ τους». Ο Γκόλ κατάφερε με το ταλέντο του να μεταδώσει την μαγεία των σκέψεων του με τον πιο απλό τρόπο χρησιμοποιώντας μια «πολυφωνική γλώσσα», χρησιμοποιώντας θέματα της καθημερινότητας σε ποιήματα όπως οι «Κοκορομαχίες» που αναφέραμε, ή το εξαίρετο «Νοσοκομείο», περιπλέκοντας συγχρόνως μύθους που είχαν την προέλευση τους από τα Ταρώ, την Καββάλα και τα έργα των μάγων – αλχημιστών του Μεσαίωνα και της Αναγεννήσεως, ο ποιητής έχτισε την «φανταστική ατμόσφαιρα ενός σπαγειρικού κόσμου».
Ο ποιητής με τις δικές του μεθόδους, με την πίστη στο όνειρο « κι όμως μέσα στο καθένα απ΄ αυτά τα κεφάλια/ πίσω από ένα γύψινο μέτωπο/ κοχλάζει ο ρόδινος εγκέφαλος/ που κατασκευάζει όνειρα», μας αφυπνίζει να βιώσουμε στο πλήρες το θαύμα της ύπαρξης. Ο Ιβάν Γκόλ είναι ένας μεγάλος ποιητής. Αλλά τα «σαρκωμένα του οράματά του δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν πρότυπο για τους Ευρωπαίους μικροαστούς» όπως λέει κάπου ο Γιώργος Μπλάνας. Αυτός είναι ίσως και ο λόγος ότι πολλοί ποιητές της γενιάς του έχουν προ πολλού καθιερωθεί ενώ αυτός στέκει παραδίπλα, ανείδωτος. Αυτό που έχει όμως πράγματι σημασία είναι ότι αυτός ο ποιητής όσο και να βρίσκεται δίπλα από τα φώτα της δημοσιότητας τόσο πιο πολύ ξεχωρίζει το έργο του. Το υπέροχα σκοτεινό «Θριαμβευτικό άρμα του Αντιμονίου», η τα «Προσωπεία της στάχτης», σε αντιπαράθεση με τα βαθύτατα ερωτικά «Μαλαισιακά τραγούδια», και την «Ονειροχλόη» που έγραψε ήδη βαριά άρρωστος. Μια ποίηση γεμάτη σύμβολα, με την «αρετή εκείνη της μαγείας που μας υποχρεώνει να κοιτάξουμε μέσα στην άβυσσο των μυστηρίων», σύμφωνα με τον Marcel Brion.
Ο Γονατάς πρωτοδημοσίευσε ποιήματα του Γκόλ το 1959 στο περιοδικό Πρώτη Ύλη. Αυτό σημαίνει ότι ασχολείται συστηματικά με τον ποιητή πάνω από σαράντα χρόνια. Η πολύχρονη εξάσκηση του Γονατά είχε σαν αποτέλεσμα το παρόν βιβλίο να αποτελεί έναν σημαντικό οδηγό για να γνωρίσουμε την ποίηση του Γκόλ. Ο Γονατάς σπούδασε θα λέγαμε πάνω στα ποιήματα αυτά ανακαλύπτοντας στωικά τα κλειδιά τους. Ο Γονατάς οικειοποιήθηκε την γραφή του Γκόλ έτσι ώστε μέσα από την προσωπική του συγγραφική τεχνική να την οδηγήσει στα ελληνικά σε ένα άρτιο αποτέλεσμα χωρίς να κρύβεται ο ποιητής πίσω από τον μεταφραστή του αλλά ούτε και το αντίστροφο. Τέλος η πολύ καλή τυπογραφική δουλειά του Αιμίλιου Καλιακάτσου συμπληρώνει την όλη έκδοση με την ποιότητα που την χαρακτηρίζει.
Ο Ιβάν Γκόλ ήταν ένας ποιητής «κυριευμένος από τον Λόγο, από την τραχιά ύλη που θέλει να σμιλευτεί σε μορφή», σύμφωνα με τον Richard Exner. Ένας πρωτοποριακός λυρικός που θέλησε για μια στιγμή μονάχα να γίνει ο διαιτητής ανάμεσα
«στα δυό αστέρια
ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο
που ακόμα ταλαντεύονται».

Advertisements