Tags


τη στήλη γράφει & επιμελείται

η Λίλα Παπαπάσχου


Παγωμένο απόγευμα Σαββάτου…πρώτη μέρα του Νοέμβρη…στο Θέατρο Σημείο….η Ερωφίλη του Γεωργίου Χορτάτση σε σκηνοθεσία Δημήτρη Αδάμη…με την υπέροχη μουσική του Γιάννη Χαρούλη να χαιδεύει τις αισθήσεις μας…τρεις λέξεις μόνο…

μαγεία, μαγεία, μαγεία!

10548916_10203676054755286_6324352099253968052_o

 

Έρχονται κάποιες στιγμές, που μπαίνω στον πειρασμό να κρατήσω για τον εαυτό μου το μοναδικό συναίσθημα, που μου προσφέρει η συμμετοχή – σε μια παράσταση το κοινό οφείλει να συμμετέχει κι όχι απλά να παρακολουθεί, αλλιώς δεν έχει κανένα νόημα – σε ένα υπέροχο καλλιτεχνικό έργο, σαν αυτό που μας παρουσίασε ο Δημήτρης Αδάμης και οι συνεργάτες του. Μακάρι να μπορούσα να μείνω απλά σ’ αυτές τις τρεις λέξεις, που στην ουσία είναι μόνο μία: μαγεία!, αλλά γνωρίζω καλά το χρέος μου απέναντι σας και αναγκαστικά θα πρέπει να χρησιμοποιήσω παραπάνω λέξεις, πολύ προσεχτικά επιλεγμένες ωστόσο. Είναι μεγάλος ο κίνδυνος αυτή τη φορά, γιατί έστω και μια λέξη να μην είναι στη σωστή της θέση, ο εύθραυστος κόσμος της Ερω(ς)φίλης θα θρυμματιστεί σε χιλιάδες μικροσκοπικά κομμάτια, σαν μια πανέμορφη πορσελάνινη κούκλα στα χέρια ενός βάναυσου και αδέξιου παιδιού.

Από που να αρχίσω όμως; Έρχονται στο μυαλό μου τόσες πολλές εικόνες και παρασύρομαι άθελα μου σε κάτι που θυμίζει περισσότερο αίσθηση – παραίσθηση ή αντίστοιχα ένα όνειρο που σταδιακά εξελίσσεται σε εφιάλτη, αλλά ακόμα και τότε συνεχίζεις να το παρακολουθείς ευχάριστα, σαν να μην ξεχωρίζει πια το όνειρο από τον εφιάλτη. Είναι νομίζω προφανές ότι η Ερωφίλη με στοιχειώνει και μετά το τέλος της τραγωδίας της. Η ιστορία της θολώνει την κρίση μου, με τρόπο καταλυτικό. Θα προσπαθήσω να παραμείνω γειωμένη στο τώρα και την σκληρή οθόνη του υπολογιστή, που με κοιτάει ανήμπορη να κατανοήσει τη δική μου τραγωδία. Να πρέπει να γράψω για πράγματα, που κανονικά θα έπρεπε να παραμένουν ανείπωτα και μόνο η θέαση τους να αποτελεί αδιάσειστο πειστήριο, ότι πραγματικά δύναται να συμβούν στην σκηνή ενός θεάτρου.

Ας σταματήσω όμως την ονειροπόληση κι ας ξεκινήσω την περιπλάνηση μου στον ρευστό κόσμο της Ερωφίλης από το υποβλητικό σκηνικό της παράστασης, πάνω στο οποίο στήθηκε η δράση (κα-τα-πλη-κτι-κή η δουλειά της Μαγδαληνής Αυγερινού και σκηνογραφικά κι ενδυματολογικά).  Η διαφάνεια του νερού και η ακαμψία της πέτρας, η αλαζονία της εξουσίας και η απελπισία του έρωτα, η αναλγησία των ισχυρών και το άλγος των ερωτευμένων, το φως και το σκοτάδι, η διαφθορά και η αγνότητα, η δύναμη του κλασικού και η αβάσταχτη γοητεία του καινούργιου, η αγάπη κι ο θάνατος, οι μυρωδιές της Κρητικής υπαίθρου και η ταγκή μυρωδιά της κλεισούρας, ο εγωισμός και η θυσία, οι ηθογραφικές αναφορές και η μοντέρνα απεικόνιση τους, όλα δεμένα αρμονικά, έσβηναν το ένα μέσα στο άλλο, δημιουργώντας κάτι εντελώς καινούργιο. Έναν μετά-κόσμο σκοτεινό και συνάμα ελκυστικό, ζοφερό και ταυτόχρονα γαλήνιο σαν τον ίδιο τον θάνατο – σαν τον έρωτα – το αντίθετο συμπληρωματικό του. Ένας σκηνικός χώρος γεμάτος ενδιαφέρουσες αντιθέσεις (φωτισμένος υποδειγματικά από τον Νίκο Διαμαντή) όπως και το έργο του Χορτάτση, που βρίθει συμβολισμών,  μέσα στον οποίο κινήθηκαν οι τέσσερις ηθοποιοί με την ακρίβεια μετρονόμου και με το ασίγαστο πάθος των αιώνια καταρραμένων ποιητών και όλων των αθεράπευτα ρομαντικών του κόσμου τούτου.

Ο Δημήτρης Αδάμης κατανόησε σε βάθος το κείμενο, χορογραφώντας επί της ουσίας τους ηθοποιούς του με τρόπο εμπνευσμένο, εναλλάσσοντας διαρκώς τους ρόλους τους, προσφέροντας έτσι σε όλους ανεξαιρέτως την ευκαιρία, να αναδείξουν τις διαφορετικές πτυχές του ταλέντου τους. Επίσης, το στοιχείο της εναλλαγής των ρόλων συντέλεσε καθοριστικά στον εμπλουτισμό των χαρακτήρων, καθώς και στην ενίσχυση του στοιχείου της έκπληξης, κρατώντας τους θεατές καθόλη τη διάρκεια της παράστασης, σε μια συνεχή – σχεδόν ανατριχιαστική – εγρήγορση. Με μεγάλη προσήλωση στη λεπτομέρεια, χωρίς να γίνεται υπερβολικά σημειολογικός ή υπέρμετρα εικονοκλαστικός, ο σκηνοθέτης μετέδωσε όλη την ατμόσφαιρα της εποχής εκείνης – Κρήτη, κάπου ανάμεσα στις δύο τελευταίες δεκαετίες του 16ου αιώνα – κατά την οποία εκτυλίσσεται το εξόχως λυρικό μέσα στην σκληρότητα του, έργο του Κρητικού συγγραφέα.

10629415_10203676053435253_990320164313620072_o

 

Οι απίστευτα καθαρές, αισθαντικές και ανεπιτήδευτες ερμηνείες της Έλενας Αρβανίτη, του Σταύρου Γιαννακόπουλου, του Πέτρου Ιωάννου & της  Βάσως Μορφιαδάκη μας μετέφεραν αυτούσια την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής, ενώ ταυτόχρονα εντυπωσιαστήκαμε από τη σωματική τους ευελιξία, η οποία αναδείχθηκε μέσα από τις σύγχρονες τεχνικές του σωματικού θεάτρου, που είχαν ενσωματωθεί στην παράσταση. Οι τέσσερις σπουδαίοι ηθοποιοί μας προσέφεραν ένα θέαμα υψηλής αισθητικής και σπάνιας αρτιότητας, που έκανε τον ιδιωματικό και για πολλούς δυσκολονόητο λόγο του συγγραφέα να μοιάζει τόσο σημερινός και οικείος, που πραγματικά αναρωτιέται κανείς, σχετικά με το τι είναι τελικά μοντέρνο & σύγχρονο, σε μια εποχή που όλα μοιάζουν χιλιοειπωμένα, παρωχημένα & καθόλου πρωτότυπα. Αν προστεθεί σ’ όλα τα θετικά στοιχεία που αναφέρονται παραπάνω, η μυσταγωγία της μουσικής του Γιάννη Χαρουλή, που έντυσε με τις μελωδίες του τον υδάτινο – κατοπινά αιμάτινο – κόσμο της Ερω(ς)φίλης, η οποία είναι χωρίς καμία αμφιβολία, μία από τις πιο εμβληματικές ηρωίδες της ελληνικής και παγκόσμιας δραματουργίας, προκύπτει αυτό που απ’ την αρχή υποστηρίζω εμμονικά: μαγεία!

Αναφορικά με τους ηθοποιούς, που συμμετέχουν στην παράσταση θα ήθελα να πω ένα πολύ μεγάλο μπράβο σ’ έναν – έναν ξεχωριστά και σε όλους μαζί σαν ομάδα, για την πραγματική και ουσιαστική δουλειά που έκαναν με τους απαιτητικότατους ρόλους που τους ανατέθηκαν, για την απόλυτη συγκέντρωση τους πάνω στη σκηνή και για τον σεβασμό που έδειξαν απέναντι στο σπουδαίο και αέναα επίκαιρο κείμενο του Γεωργίου Χορτάτση, χωρίς όμως από την άλλη να το φοβηθούν ή να το αφήσουν να τους καπελώσει, πέφτοντας στην παγίδα της υπερβολής, ή αντίθετα της στείρας απαγγελίας ή τρίσχειροτερα της τραγουδιστής εκφοράς του λόγου (η ρίμα μπορεί ν’ αποβεί ολέθρια για έναν ηθοποιό).

Οι άνθρωποι αποτελούμαστε κατά το μεγαλύτερο ποσοστό από νερό και αίμα. Οι άνθρωποι γεννιόμαστε μέσα στο νερό και το αίμα. Γυμνοί και ολοκληρωτικά ανήμποροι να επιβιώσουμε μόνοι μας. Αν δεν μας φροντίσει, δεν μας αναθρέψει και δεν μας εκπαιδεύσει κάποιος πως να γίνουμε άνθρωποι, θα παραμείνουμε άγρια θηρία κι αυτό δεν είναι δική μου θεωρία, έχει αποδειχθεί επιστημονικά. Δεν πιστεύω λοιπόν πως άνθρωπος γεννιέσαι. Έχω την αίσθηση, ότι η ανθρωπιά είναι μια συνειδητή επιλογή, ένας συνδυασμός λογικής κι ευαισθησίας, που μας διαχωρίζει από τα ζώα, που καθοδηγούνται κυρίως από τα ένστικα τους. Η Ερωφίλη κι ο Πανάρετος είναι δύο άνθρωποι που ερωτεύτηκαν και αγαπήθηκαν αληθινά, επιλέγοντας συνειδητά να υπερβούν τη ζωώδη τους φύση, αψηφώντας στο τέλος ακόμα και αυτόν, τον φοβερό και τρομερό θάνατο, πληρώνοντας αναπόφευκτα και το ανάλογο τίμημα.

Η παράσταση αν και απευθύνεται σε εφήβους – όπως υποστηρίζουν οι ίδιοι οι συντελεστές – πιστεύω χωρίς καμία επιφύλαξη, ότι πρέπει να τη δουν όλοι, μικροί και μεγάλοι. Είμαι πεπεισμένη, ότι παρακολουθώντας την παράσταση του Δημήτρη Αδάμη θα αισθανθείτε κι εσείς, ότι για μιάμιση ώρα περίπου, όσο διαρκεί η τραγωδία της Ερω(ς)φίλης, ο θάνατος επιτέλους υποκλίνεται στον έρωτα νικημένος από δύο αγνούς κι άδολους ανθρώπους, που το μόνο τους αμάρτημα ήταν, ότι τόλμησαν ν’ αγαπηθούν σε μια εποχή που το συμφέρον και η τυφλή βία διαφέντευε τις τύχες των ανθρώπων. Οι δύο νέοι (ως άλλοι Ρωμαίος & Ιουλιέτα) μέσα απ’ αυτή τους τη θυσία, οδηγήθηκαν στον απόλυτο εξαγνισμό και τελικά ενώθηκαν για πάντα σ’ έναν μεταθάνατιο κόσμο, που άσχετα αν αμφισβητείται η ύπαρξη του, πολλές φορές φαντάζει στα μάτια των απελπισμένων απείρως φιλικότερος, απ’ αυτόν που μάθαμε να αναγνωρίζουμε ως αληθινό.  Αν δεν είναι αυτό αισιόδοξο, τότε τι είναι;…

1614409_10203681984983538_964987843319542757_o

Από αριστερά προς τα δεξιά: Βάσω Μορφιαδάκη, Λίλα Παπαπάσχου, Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Πέτρος Ιωάννου, Σταύρος Γιαννακόπουλος, Έλενα Αρβανίτη & ο Γιάννης Χαρούλης


 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΕΡΩ(Σ)ΦΙΛΗ

https://www.facebook.com/pages/%CE%95%CF%81%CF%89%CF%86%CE%AF%CE%BB%CE%B7/274849232708611

Advertisements