Tags

Π   Ρ   Ο   Σ   Ω   Π   Ο   Γ   Ρ   Α   Φ   Ι   Α  

val_013 

Χ Ρ Υ Σ Ο Β Α Λ Α Ν Τ Η Σ         Κ Ω Σ Τ Ο Π Ο Υ Λ Ο Σ

 


τη στήλη γράφει & επιμελείται

η Λίλα Παπαπάσχου


 

Το να γίνεις ηθοποιός ήταν κάτι που αποφάσισες εσύ σε κάποια φάση της ζωής σου, ή υπήρξαν άνθρωποι που διέκριναν από νωρίς κάποια χαρίσματα σε σένα και σε έσπρωξαν προς αυτήν την κατεύθυνση;

Είμαι απ’ αυτούς που το ήθελαν από πολύ μικρή ηλικία. Αυτή η επιθυμία μου γεννήθηκε από τις πρώτες φορές που παρακολούθησα θέατρο, αλλά και από την τηλεόραση την οποία τότε παρακολουθούσα πάρα πολύ. Το περιβάλλον μου δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκε με την απόφαση μου να γίνω ηθοποιός, ούτε ότι με παρότρυνε ιδιαίτερα, χωρίς βέβαια να μου θέσει και σοβαρά εμπόδια. Πίστευαν πως περνάω κάποια φάση και ότι θα μου περάσει κι έτσι το άφησαν. Αυτή η ανάγκη μου όμως εξελίχθηκε, προχώρησε και μετά λειτούργησε και λίγο εμμονικά: εγώ θα κάνω αυτό που θέλω κι ας λέτε εσείς, ότι θέλετε. Υπήρξε κι ένας άνθρωπος, που δυστυχώς δεν είναι πια ανάμεσα μας, ο ζωγράφος και διακοσμητής Νίκος Σγούτας, ο οποίος ζούσε στην Νέα Καλλικράτεια της Χαλκιδικής και με γνώριζε από παιδί κι αυτός ήταν ο πρώτος, που με παρότρυνε να ασχοληθώ με την υποκριτική. Κάναμε – σαν παιδιά-  τα πρώτα μας θεατρικά σκετσάκια κι εκείνος μας βοηθούσε στα σκηνικά, στα κοστούμια και σε σ’ οτιδήποτε μπορούσε γενικά, επειδή του άρεσε που κάποιοι άνθρωποι ασχολούνταν με την καλλιτεχνία, ειδικά σε μια κοινωνία που τα θεωρούσε όλα αυτά κάπως ύποπτα & εκκεντρικά. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος ήταν αυτός, που αρχικά ενθάρρυνε το παιδικό παιχνίδι και μάλιστα μιλούσε συχνά στον πατέρα μου, ο οποίος ανέκαθεν είχε κάποιους ενδοιασμούς σχετικά με την κλίση μου προς την Τέχνη, λέγοντας του να με αφήσει να κάνω αυτό που θέλω και αυτό είναι κάτι για το οποίο θα του είμαι πραγματικά ευγνώμων εφ’ όρου ζωής.

Συμφωνείς με την επικρατούσα άποψη, ότι οι άντρες ηθοποιοί έχουν περισσότερες ευκαιρίες στον χώρο, απ’ ότι οι γυναίκες συνάδελφοι τους;

Ναι συμφωνώ. Το έχω διαπιστώσει εμπειρικά μέσα από τις οντισιόν και τις διάφορες συζητήσεις με αρκετούς συναδέλφους. Επίσης, το θεατρικό ρεπερτόριο έχει πιο πολλούς αντρικούς ρόλους, ενώ ταυτόχρονα οι γυναίκες υπερτερούν αριθμητικά κι αυτό είναι λογικό γιατί η θηλυκή πλευρά είναι πιο ανοιχτή ν’ αντιληφθεί εξωκαθημερινές ενέργειες και ευαισθησίες, μαζί με κάποια άλλα πράγματα, που ίσως οι άντρες να μην τα αντιλαμβάνονται τόσο εύκολα. Αν και ο άντρας είναι πιο κοντά στην παιδικότητα και η γυναίκα πιο κοντά στην μητρότητα και την προστασία, ωστόσο οι νεαρές γυναίκες, όταν ακόμα δεν έχει μεγαλώσει μέσα τους η επιθυμία να προστατεύσουν, να είναι πιο δοτικές και σε κάποιες περιπτώσεις απολυταρχικές, είναι πολύ πιο ανοιχτές στο να ασχοληθούν με καλλιτεχνικά επαγγέλματα, γι’ αυτό και είναι περισσότερες από εμάς. Η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα, που δεν διαθέτει μεγάλη παραγωγή κινηματογραφικά, τηλεοπτικά και θεατρικά, οπότε οι ρόλοι για τις γυναίκες είναι σαφώς πιο περιορισμένοι.

Θεωρείς, ότι είναι πιο εύκολο για έναν ηθοποιό να παίζει με ανθρώπους που γνωρίζει και με τους οποίους έχει ξανασυνεργαστεί στο παρελθόν, γι΄ αυτό υπάρχουν και τόσες πολλές θεατρικές ομάδες; Εσύ αναζητάς αυτού του είδους την οικειότητα στις συνεργασίες σου;

Ναι, θεωρώ ότι είναι πιο εύκολο να δουλεύει ένας ηθοποιός με ανθρώπους τους οποίους γνωρίζει και έχει ξανασυνεργαστεί μαζί τους, γι’ αυτό κι ένας σκηνοθέτης επιλέγει ηθοποιούς και γενικότερα τους συνεργάτες του με βάση την προηγούμενη εμπειρία του, επειδή στον δικό μας επαγγελματικό χώρο τουλάχιστον, πάνω από το 50% της δουλειάς είναι η χημεία και οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Οι συμπεριφορές επηρεάζουν κατά πολύ το τελικό, καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Όταν ήμουν μικρότερος και είχα την επιθυμία να κάνω πιο πολλά πράγματα, να δουλέψω με σκηνοθέτες πιο αναγνωρίσιμους και να μπω σε χώρους πιο καταξιωμένους, κατέκρινα αυτήν την κλειστή λογική της κάστας. Επειδή όμως στις μέρες μας οι χρόνοι είναι πολύ περιορισμένοι ειδικά στο θέατρο, είναι καλό να ξέρει ο ένας τα κουμπιά του άλλου, γιατί έτσι γλιτώνεις χρόνο και κόπο και πολλά νεύρα ενδεχομένως και τα πράγματα γίνονται πιο εύκολα και αυτό είναι κάτι που πλέον το αποζητώ. Αυτό βέβαια, δεν σημαίνει με τίποτα, ότι δεν παραμένεις ανοιχτός και σε νέες συνεργασίες. Πολλές ομάδες διαλύονται, γιατί μετά από λίγο καιρό παρατηρείται μια εσωστρέφεια. Χρειάζεται πάντα ένα καινούργιο υλικό για να αναθερμανθεί το ενδιαφέρον, αλλιώς ανακυκλώνονται οι ιδέες, η αισθητική, οι αντιλήψεις για το θέατρο, με αποτέλεσμα να βαριέται κι ο κόσμος. Είναι λίγο σαν την μαγειρική, που σε πιο κλασικές συνταγές προσθέτεις ένα νέο, αναπάντεχο υλικό, σε μεγαλύτερη ή μικρότερη δόση, για να τονώσεις την γεύση και να δημιουργήσεις με τα ίδια υλικά ένα εντελώς καινούργιο πιάτο. Είναι καλό για μένα σε μια ομάδα, σε μια οργανωμένη κοινωνία γενικότερα να μπαίνει και ένας παράγοντας έκπληξης.

val_010

Παρακολουθείς τις δουλειές των συναδέλφων σου; Έχεις δει κάτι πρόσφατα στο θέατρο, που ήταν πραγματικά πολύ δυνατό;

Παρακολουθώ παραστάσεις συναδέλφων μου, όπως κι εκείνοι παρακολουθούν τις δικές μου. Υπάρχει μία αλληλεγγύη σ’ αυτό το κομμάτι. Πολλές φορές χάνω παραστάσεις που είναι must και θεωρούνται πολύ ενδιαφέρουσες, γιατί προτιμώ να δω παραστάσεις φίλων μου, που με ενδιαφέρει φυσικά και η δουλειά τους, περισσότερο ή λιγότερο, δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία. Μια παράσταση που είδα πρόσφατα και μου άρεσε πάρα πολύ, ήταν το ΡΩΜΑΙΚΟ ΛΟΥΤΡΟ, ένα έργο βουλγαρικής προέλευσης του Στανισλάβ Στρατίεβ, το οποίο παρουσιάζεται στο θέατρο ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ. Η σκηνοθεσία είναι του Κώστα Παπακωνσταντίνου και παίζει – μεταξύ άλλων – ένας φίλος και συνάδελφος, εξαιρετικός ηθοποιός, ο Δημήτρης Δημητρόπουλος. Με τον Δημήτρη πέρα από φίλοι έχουμε δουλέψει και μαζί, πέρυσι συγκεκριμένα και ήθελα πολύ να παρακολουθήσω αυτή την δουλειά στην οποία συμμετέχει. Μου άρεσε πολύ το έργο, το οποίο σχολιάζει την γραφειοκρατία, τον συγκεντρωτισμό και την απολυταρχικότητα του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Βουλγαρία, κατά την δεκαετία του ’80, με ένα φοβερά καίριο και καυστικό χιούμορ. Ευφάνταστη παράσταση και χωρίς την τεράστια παραγωγή από πίσω, γιατί το καλό θέατρο δεν χρειάζεται πολλά στολίδια. Ο Πίτερ Μπρουκ έχει πει μεταξύ άλλων, ότι το μόνο που χρειάζεται είναι ένα χαλί. Ένας χώρος δηλαδή, ένας να παίζει κι ένας να βλέπει. Το κοινό, ο ηθοποιός και ο χώρος που διεξάγεται η παράσταση, τίποτα άλλο.

Ποια είναι η γνώμη σου για τις πολυδιαφημισμένες υπερπαραγωγές γνωστών αθηναϊκών θεάτρων, οι οποίες ως επί το πλείστον είναι μιούζικαλ; Σου αρέσει το συγκεκριμένο είδος; Πιστεύεις ότι πουλάει;

Για να είμαστε λίγο ξεκάθαροι και να μιλάμε σοβαρά. Δεν έχουμε μιούζικαλ στην Ελλάδα. Τουλάχιστον όχι, με την μορφή που υπάρχει σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες ή στην Αμερική. Θα ήθελα να υπάρχει και στην χώρα μας μια σοβαρή προσέγγιση πάνω στο συγκεκριμένο είδος, το οποίο είναι αλήθεια ότι σταδιακά εξελίσσεται κι ότι γίνονται σοβαρές απόπειρες από αξιόλογους ανθρώπους, που πολλές φορές στέφονται με επιτυχία. Ο κόσμος δείχνει να το αντιμετωπίζει θετικά και υπάρχει ένα κοινό, που προτιμά τέτοιου είδους θεάματα. Είναι γεγονός, ότι υπάρχει ένα εμπορικό προβάδισμα, αλλά όχι λόγω του είδους τόσο πολύ, όσο των ονομάτων που συνήθως συμμετέχουν σε τέτοιες παραγωγές. Δηλαδή αν το ίδιο έργο – όσο γνωστό κι αγαπημένο κι αν είναι – ανέβαινε με άγνωστους ηθοποιούς, θα είχε πολύ μικρότερη ανταπόκριση απ’ ότι αν έπαιζαν σ’ αυτό επώνυμοι καλλιτέχνες, προβεβλημένοι από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Έχουμε μάθει να βλέπουμε τηλεοπτικά θέατρο. Επίσης, παρατηρείται κι ένα άλλο φαινόμενο. Ενώ το συγκεκριμένο είδος θεάτρου είναι άκρως απαιτητικό όχι μόνο υποκριτικά, αλλά και σε επίπεδο τεχνικής – απαιτούνται χορευτικές και φωνητικές ικανότητες, φοβερή ενέργεια και άνεση στην κίνηση – βλέπουμε πολλές φορές στην σκηνή ερμηνευτές που είναι ελλιπής τεχνικά και πολύ λίγοι σκηνικά, άσχετα αν κατάφεραν να γίνουν γνωστοί από την τηλεόραση. Γενικά πάντως στην Ελλάδα που είναι μια μικρή αγορά, αν κάποιος ξεχωρίσει σ’ αυτόν τον χώρο θα κοιτάξει να το εξαργυρώσει με οποιονδήποτε τρόπο, κάνοντας τα πάντα χωρίς απαραίτητα να είναι ικανός σε όλα. Αντίθετα, παιδιά που έχουν κάνει σπουδές χορού, φωνητικής και σαφώς διαθέτουν περισσότερα προσόντα για να υπηρετήσουν το μιούζικαλ δεν βρίσκουν μία δίοδο συνεργασίας, γιατί οι θέσεις είναι καλυμμένες από αστέρες κατά βάση τηλεοπτικούς. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν υποτιμώ τους ηθοποιούς που παίζουν στην τηλεόραση. Κάποιοι είναι εξαιρετικοί σ’ αυτό που κάνουν, αλλά όπως και στο εξωτερικό δεν κάνουν όλοι τα πάντα, έτσι κι εδώ δεν γίνεται να κάνουν όλοι απ’ όλα λίγο και να είναι το ίδιο καλοί σε όλα. Ευτυχώς το κοινό βλέπει και καταλαβαίνει την διαφορά. Έχω ακούσει πολλές φορές ανθρώπους να λένε ότι δεν ανταποκρίνονταν το θέαμα που είδαν, στο χρηματικό αντίτιμο που πλήρωσαν και μέσω αυτής της συνειδητοποίησης να μπαίνουν αμέσως σε μια διαδικασία σύγκρισης και εντέλει να διαμορφώνουν ένα σωστότερο κριτήριο.

Οι εναλλακτικοί χώροι – οι οποίοι συνεχώς αυξάνονται; – είναι μια μόδα που θα περάσει ή αποτελούν κατά την γνώμη σου το μέλλον του θεάτρου στην χώρα μας και γιατί όχι παγκοσμίως;

Οι εναλλακτικοί χώροι, στην Αθήνα τουλάχιστον, δεν αυξάνονται, μειώνονται. Μετά κι από τα πρόσφατα γεγονότα, όπου προέκυψαν κάποια θέματα με τις αδειοδοτήσεις των θεάτρων, λόγω της παρωχημένης νομοθεσίας, πολλά θέατρα έκλεισαν. Για να είμαι ειλικρινής δεν πιστεύω, ότι είναι απαραίτητα κακό, ότι μειώνονται οι χώροι αυτοί. Στο Εξωτερικό είναι τελείως διαφορετικό το σύστημα και ενδεχομένως πιο ευνοϊκό το νομοθετικό πλαίσιο που αφορά τις παραστάσεις σε χώρους μη θεατρικούς, τους λεγόμενους εναλλακτικούς. Είναι πολύ πιο εύκολο να πάρεις μια άδεια από το Δήμο για να κάνεις μία παράσταση σε ένα γκαράζ, σ’ ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο της περιοχής σου, σε ένα πρώην εργοστάσιο, ή ακόμα και στον δρόμο. Εδώ αυτά δεν υπάρχουν, οπότε τι κάνουμε; Παίρνουμε έναν χώρο και τον διαμορφώνουμε τσάτρα – πάτρα, χωρίς πολλές φορές να πληρούνται ούτε οι βασικοί κανόνες ασφαλείας, οι οποίοι είναι πολύ σημαντικοί. Οι καλλιτέχνες το παραβλέπουμε αυτό και είναι μεγάλο λάθος. Έχει τύχει να μου εκμυστηρευτεί άνθρωπος, ότι πήγε να δει ένα έργο σε έναν υπόγειο χώρο και καθ’ όλη την διάρκεια της παράστασης είχε το άγχος μην του έρθει ο προβολέας – που έτριζε ακριβώς από πάνω του – στο κεφάλι. Δεν είναι πολύ ευχάριστο σαν αίσθηση. Θα πρέπει το κράτος να αντιμετωπίσει με άλλα κριτήρια τους ανθρώπους που θέλουν να φτιάξουν έναν μικρό χώρο, απ’ ότι ας πούμε αντιμετωπίζει φορολογικά έναν μεγαλοεπιχειρηματία, που έχει δεκάδες άλλες επιχειρήσεις και κερδίζει από παντού. Αυτό θα βοηθήσει πολύ στο να δημιουργηθούν νέοι χώροι, που θα πληρούν τους κανόνες ασφαλείας και θα είναι αξιοπρεπείς. Πρέπει να δώσει μια ώθηση η πολιτεία σ’ αυτούς τους ανθρώπους και γενικά να ενισχύσει την επιχειρηματικότητα κάθε είδους. Επομένως, εγώ δεν συμφωνώ με την ασύδοτη εξάπλωση χώρων. Δεν κάνει καλό αυτό σε κανέναν. Γιατί ναι μεν οι εναλλακτικοί χώροι συνεχώς εξαπλώνονται, αλλά κανείς δεν κάνει παραγωγές σ’ αυτούς τους χώρους, άρα πως λειτουργούν ακριβώς; Καλούν νέες ομάδες για έναν περιορισμένο αριθμό παραστάσεων, χωρίς να δίνουν οι υπεύθυνοι χρήματα για την διαφήμιση και την προώθηση αυτών των παραγωγών. Δηλαδή σου λένε έλα και ανέλαβε τα όλα εσύ κι αυτοί παίρνουν ένα ποσοστό ή το σχετικό ενοίκιο και στην ουσία απλά σου παρέχουν τον χώρο, άντε κι έναν τεχνικό, επενδύοντας στο ότι αυτές οι νέες ομάδες θα φέρουν συγγενείς, φίλους, το όποιο κοινό τους και έτσι θα κινηθεί ο χώρος τους, χωρίς ουσιαστικά να έχουν κάνει κάποια σοβαρή επένδυση στην εκάστοτε παραγωγή. Αυτό ανακυκλώνει ένα σύστημα το οποίο δεν δημιουργεί ταυτότητες. Υπάρχουν πάρα πολλοί χώροι, αλλά δεν υπάρχει ένας χώρος αντίστοιχος του Αττίς, του Αμόρε, του Ευαγγελάτου ή του Ανοιχτού Θεάτρου και του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, που θεωρούνται εναλλακτικοί χώροι μεν, αλλά διαθέτουν ταυτότητα και έχουν δημιουργήσει Σχολή. Η πρόοδος του θεάτρου έχει άμεση σχέση μ’ αυτό που λέμε δημιουργία συγκεκριμένης σχολής. Το να ανεβαίνει κάτι απλά στο όνομα της ελεύθερης έκφρασης και του πολιτισμού δεν δημιουργεί ένα πολιτιστικό στίγμα. Γι’ αυτό το κοινό επιλέγει να πάει και στα λεγόμενα μεγάλα θεάματα, γιατί εκεί ξέρει τι θα δει. Ένα ως επί το πλείστον τηλεοπτικό θέαμα, που όμως διαθέτει ωραία κοστούμια, ακριβή παραγωγή και θα τον κάνει να νιώσει, ότι δεν πήγαν χαμένα τα λεφτά του. Σε πολλές από τις παραγωγές που ανεβαίνουν σε μικρά θέατρα, το κοινό νιώθει ότι χάνει τα λεφτά του, γιατί δεν υπάρχει ισχυρή επιθυμία στην ουσία. Ο καθένας φτιάχνει έναν χώρο με σκοπό να στεγάσει τους νέους ανθρώπους και στο τέλος καταλήγει να τους εκμεταλλεύεται. Πρέπει να κάνουν και δικές τους παραγωγές αυτοί οι χώροι και μάλιστα καλές παραγωγές, ώστε να αποκτήσουν κι ένα στίγμα καλλιτεχνικό. Για να τελειώσω όπως ξεκίνησα, στο Εξωτερικό υπάρχουν πολλοί συγκεκριμένοι εναλλακτικοί χώροι. Υπάρχουν τα θέατρα, μικρά η μεγάλα και οι προϋποθέσεις για να πάρεις άδεια είναι σαφώς πιο δύσκολες, αλλά είναι πολύ πιο εύκολο να μπορέσεις νόμιμα να κάνεις κάτι σε έναν χώρο μη θεατρικό, ίσως όχι σε μόνιμη βάση, αλλά σίγουρα για έναν ορισμένο αριθμό παραστάσεων.

val_012

Υπήρξαν ρόλοι που σε “βασάνισαν” σε τέτοιο βαθμό, ώστε να φτάσεις στο σημείο να ευχηθείς, να μην τους είχες δεχτεί ποτέ;

Αυτή η ερώτηση κουμπώνει με αυτήν που αφορούσε τις κλειστές συνεργασίες και τις ομάδες. Όταν μπαίνεις σε έναν καινούργιο χώρο, με καινούργιους ανθρώπους υπάρχει πάντα το ρίσκο να μην δέσει το γλυκό. Η διαδικασία, η γλώσσα, ο εσωτερικός κώδικας να μην είναι αυτό που ενδεχομένως περίμενες κι ενώ υπάρχει καλή πρόθεση, να μην βγει στο τέλος το επιθυμητό αποτέλεσμα. Με την λογική αυτή ναι, έχω δουλέψει με κάποιους ανθρώπους με τους οποίους δεν έμεινα ικανοποιημένος σε κανένα επίπεδο. Δεν μου άρεσε ούτε η διαδικασία της πρόβας, ούτε η παράσταση όπως τελικά διαμορφώθηκε και εκ των υστέρων είπα ότι δεν έπρεπε να το κάνω. Παρέμεινα στην συγκεκριμένη παράσταση για προσωπικούς λόγους, γιατί εκείνη την περίοδο είχα την ανάγκη να βγαίνω από το σπίτι μου, να νιώθω χρήσιμος κι αυτό τελικά μπορεί να μετατραπεί σε μεγάλη παγίδα για όλους τους ανθρώπους και κυρίως για τους καλλιτέχνες. Υπάρχει ένας κίνδυνος να καταλήξεις να κάνεις ότι να ‘ ναι, χωρίς να σε εκφράζει και μετά να γίνεις ακόμα χειρότερα, νευριάζοντας με τον εαυτό σου που το έκανες. Το κακό ήταν ότι πέρασα πολύ άσχημα, αλλά βγήκε απ’ αυτό και κάτι καλό, το ότι μπήκα σε μια διαδικασία μετά με τον εαυτό μου και κατάφερα να δουλέψω το αίσθημα της αυτάρκειας και της αυτοπεποίθησης. Δεν χρειάζεται πάντα να είσαι κάπου για να νιώθεις καλά και χρήσιμος. Πρέπει να λες και κάποια όχι, εδικά όσο μεγαλώνεις. Δεν έπρεπε να κάνω αυτήν δουλειά, γιατί νομίζω ότι με πήγε πίσω. Βέβαια, γνώρισα και κάποιους ανθρώπους τους οποίους εκτίμησα από την αρχή και στην πορεία γίναμε φίλοι, διατηρώντας μέχρι σήμερα μια καλή επικοινωνία. Η δουλειά αυτή με βοήθησε να καταλάβω ότι το θέατρο δεν είναι το παν στη ζωή μου και ότι υπάρχουν κι άλλοι τρόποι να υπάρχω και να αποφορτίζομαι. Άρα, ουδέν κακό αμιγές καλού.

Σε έχω δει πολλές φορές στο θέατρο (ΠΑΠΙΣΣΑ ΙΩΑΝΝΑ, Η ΤΖΟΥΛΙΑ ΣΤΟ ΝΤΙΒΑΝΙ κλπ) και ομολογώ ότι πάντα με κερδίζεις με τις ερμηνείες σου, ενώ παράλληλα θαυμάζω την ικανότητα σου να μεταμορφώνεσαι επί σκηνής εξ’ ολοκλήρου, χωρίς να χάνεις το προσωπικό σου στίγμα. Αυτό είναι προϊόν σκληρής δουλειάς ή απλά κάτι που ή το έχεις ή δεν το έχεις;

Σ’ αυτήν την ερώτηση θα κάνουμε μια ωδή στον Ανδρέα Βουτσινά.

andreas voutsinas

Ανδρέας Βουτσινάς 1932 -2010

 

Συγχώρεσε με, αλλά είμαι λίγο φορτισμένος συγκινησιακά…Στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος που τελείωσα, ήταν για μας το απόλυτο. Ο μέντορας μας, ο καταπληκτικός άνθρωπος που μας αγκάλιασε και μας φώτισε. ‘Ένας καλλιτέχνης πολύ μπροστά από την εποχή του, με διεθνή καριέρα και σπουδές στην Γαλλία και το Actor’ s Studio, αλλά και με εγχώριες – αμέτρητες – δουλειές, δουλειές, δουλειές! Απίστευτη προσωπικότητα και δάσκαλος με Δ κεφαλαίο κι εκεί ακριβώς έγκειται κι η ιδιαιτερότητα του, στο ότι προσπαθούσε να μας μάθει από το πρώτο έτος της Σχολής, ότι ο ηθοποιός σε ότι κάνει πρέπει να αφήνει τα δαχτυλικά του αποτυπώματα. Η δουλειά του ηθοποιού έγκειται στο να είναι προσωπικός. Δεν συγκρίνονται οι καλλιτεχνικές προσωπικότητες. Κι ο Νταλί είναι μεγάλος ζωγράφος κι ο Μουνκ επίσης, δεν μπορείς να τους συγκρίνεις. Εμείς βέβαια, ήμασταν τότε πολύ νεαρά παιδιά και ήταν πολύ δύσκολο να συλλάβουμε το νόημα αυτής της σπουδαίας διδαχής και πηγαίναμε ψηλαφιστά, μέσα από το σχήμα, ακολουθώντας άλλους δρόμους, αλλά ήταν ο μόνος δάσκαλος που είχε τόσο μεγάλη επιρροή πάνω μας. Μας έλεγαν θυμάμαι τότε οι μεγαλύτεροι ηθοποιοί και οι υπόλοιποι καθηγητές μας, ότι πραγματικός δάσκαλος είναι αυτός που τον θυμάσαι μετά, αφού τελειώσεις την Σχολή. Στα τόσα χρόνια που δουλεύω – κι αυτό είναι κάτι που το λένε όλοι μα όλοι οι μαθητές του – δεν υπήρξε μία μέρα, που να μην μου ήρθε στο μυαλό κάτι που έχει πει αυτός ο άνθρωπος, είτε αφορούσε την Τέχνη ή την ίδια την ζωή. Θα ήθελα να καταθέσω και μια προσωπική εμπειρία που έζησα με τον Ανδρέα Βουτσινά, όταν πια ήταν πολύ κοντά στον θάνατο.  Είχα πάει να τον δω στο νοσοκομείο, όπου νοσηλεύονταν στην εντατική πλήρως διασωληνομένος και πάνω στο κρεβάτι δεν υπήρχε πια ένας άνθρωπος, αλλά ένα αποσκελετωμένο σώμα. Με είδε, μου χαμογέλασε και με την βαθιά, σπηλαιώδη φωνή του, μου λέει κάποια στιγμή “διψάω, μπορείς να τους πεις να μου φέρουν λίγο νερό ή λίγη κόκα – κόλα;” Απαντάω λοιπόν κι εγώ, ότι θα τους πω να του φέρουν νερό και κόκα – κόλα. Μου λέει λοιπόν με σθένος, ενώ με το ζόρι ανέπνεε από τα σωληνάκια. Όχι νερό και κόκα-κόλα…ή νερό ή κόκα – κόλα…είναι άλλο να σου κάνω αυτό – και με τσίμπησε – κι άλλο να σου κάνω αυτό – και με χάιδεψε έχοντας μια αγωνία στα μάτια σαν να ήθελε να μου μεταδώσει κι εκείνη την στερνή του ώρα το μάθημα. Μετά του δώσαμε νερό κι άρχισε να μας κάνει πλάκα, διακωμωδώντας την κατάσταση του. Αυτός ήταν ο Ανδρέας Βουτσινάς, από την μία διακωμωδούσε τα πάντα κι απ’ την άλλη μιλούσε με μία σοβαρότητα κι ένα απίστευτο βάθος σκέψης και συναισθηματικής εμπλοκής. Αυτός ήταν και αυτό μας δίδαξε να είμαστε κι εμείς.

val_014

Σε ενοχλούν οι διαχωρισμοί τύπου κωμικός ηθοποιός – δραματικός ηθοποιός; Θεωρείς εγκλωβιστικούς τέτοιου είδους χαρακτηρισμούς;

Εδώ και αρκετά χρόνια έχω σταματήσει να πιστεύω, ότι υπάρχει κωμωδία και δράμα μόνο. Η σύγχρονη δραματουργία, τα σύγχρονα κείμενα, ο σύγχρονος τρόπος με τον οποίο ανεβαίνουν τα έργα, κλασικά ή μη, συνήθως εμπλέκουν το κωμικό με το τραγικό στοιχείο. Αυτή την περίοδο παίζω σε μια παράσταση βασισμένη στο έργο  Πλατόνοφ του Τσέχωφ, ο οποίος ως γνωστόν χαρακτήριζε τα έργα του κωμωδίες,, αλλά η κωμωδία είναι υπαρξιακό ζήτημα, το πως υπάρχει ο ήρωας στο σύμπαν του εμπεριέχει την κωμωδία. Δεν έχει καμία σχέση με το να γελάσω απλά με κάτι ή να κάνω πλάκα. Για να αντιμετωπίσεις την ύπαρξη σου με έναν τρόπο φαιδρό, σημαίνει ότι είσαι συνειδητός, άρα ο ήρωας είναι ένα πρόσωπο που ενεργεί, τουτέστιν οδεύει προς το δράμα, άσχετα αν μέσα απ’ αυτό δημιουργούνται διάφορες αστείες καταστάσεις. Κατά την γνώμη μου ο πιο ακριβής όρος είναι η μαύρη κωμωδία, γιατί θεωρώ ότι είναι πολύ πιο κοντά στο σύγχρονο τρόπο παιξίματος, ανεβάσματος μιας παράστασης κτλ. Παλιότερα υπήρχε πιο έντονη η ανάγκη του κόσμου, γι’ αυτό που λέμε διασκέδαση και η τότε βιομηχανία του θεάματος στην Ελλάδα και το Εξωτερικό, προκειμένου να πουλήσει τα προϊόντα της επένδυσε στην κωμωδία, που σαφώς είναι πιο λαοφιλής, άρα μοιραία αναδείχτηκε η κωμωδία και μάλιστα σε περιόδους ανέχειας και δυστυχίας. Το συγκεκριμένο είδος δεν προκύπτει από ευχάριστες καταστάσεις, οπότε αυτό αποδεικνύει ότι τα δύο είδη πάνε χέρι-χέρι. Άλλωστε, διαθέτουμε πολλά παραδείγματα κωμικών ηθοποιών – ελλήνων και ξένων – που στην προσωπική τους ζωή ήταν τραγικές φιγούρες.

Αν με κάποιο “μαγικό” τρόπο κάποιος σου εξασφάλιζε τις ιδανικότερες συνθήκες για να πραγματοποιήσεις ένα ταξίδι, σε όποιο μέρος ήθελες, για όσο χρόνο ήθελες και με όποιον ήθελες. Που θα πήγαινες, για πόσο διάστημα θα ήθελες να μείνεις εκεί και ποιον θα διάλεγες να πάρεις μαζί σου;

Επειδή σαν άνθρωπος έχω ένα βασικό χαρακτηριστικό, είμαι “γρηγορομπούχτιστος” (….και γλωσσοπλάστης θα πρόσθετε η γράφουσα…) και βαριέμαι γρήγορα, μου αρέσει να ταξιδεύω σε πολλά και διαφορετικά μέρη, για σύντομο χρονικό διάστημα. Επομένως θα ταξίδευα σε διάφορα μέρη, από λίγες μέρες στο καθένα. Έχω μία αδυναμία στις Βόρειες χώρες και θέλω πάρα πολύ να πάω, αλλά αγαπώ και την Ρώμη και άλλα μέρη στην Ευρώπη, στην οποία έχω πάει γενικά και μου αρέσει πολύ. Θα ήθελα να πάω επίσης στην Αφρική και σε διάφορα άλλα κράτη, αλλά πάντα από λίγες μέρες. Θα έπαιρνα μαζί μου από κάθε περίοδο της ζωής μου: παιδικά, μαθητικά & φοιτητικά χρόνια, αλλά και από τις μετέπειτα επαγγελματικές μου συνεργασίες, γενικά από την κάθε φάση της ζωής μου, ένα άτομο που για μένα σήμαινε πολλά τότε, γιατί θεωρώ, ότι ετεροκαθοριζόμαστε, άρα μέσω των άλλων προσδιοριζόμαστε ουσιαστικά. Αυτοί οι άλλοι με έχουν διαμορφώσει, όπως έχω διαμορφώσει κι εγώ εκείνους και θα ήθελα να τους πάρω μαζί μου και να μοιραστούμε από κοινού αυτήν την εμπειρία.

Υπάρχουν κάποια επαγγέλματα, παραδείγματος χάρη: γιατρός, πιλότος, ναυτικός, ηθοποιός κλπ τα οποία συνοδεύει μια “μυθολογία” η οποία μεταξύ άλλων λέει, ότι δεν είναι εύκολο γι’ αυτούς τους ανθρώπους να έχουν προσωπική ζωή, επειδή η δουλειά τους προϋποθέτει, ότι πρέπει να περνούν πολλές ώρες μακριά από την οικογένεια τους, ή έχουν εξοντωτικά ωράρια τα οποία περιλαμβάνουν συνεχείς εναλλαγές προσώπων και καταστάσεων που δεν βοηθούν στο να δεθούν πραγματικά με κανέναν κτλ. Εσύ έχεις νιώσει ποτέ ότι η δουλειά σου, λειτουργεί  εις βάρος της προσωπικής σου ζωής;

Δεν υπάρχουν κανόνες, ο κάθε άνθρωπος ασχέτως επαγγέλματος, αντιμετωπίζει την ζωή του με διαφορετικό τρόπο και φτιάχνει ανάλογα τους συσχετισμούς και τις σχέσεις του. Προσωπικά, πιστεύω ότι ο στόχος της ανθρώπινης ύπαρξης και κατ’ επέκταση η ευτυχία της βρίσκεται στην ισορροπία των πραγμάτων. Σε κάποιες περιόδους υπερτερεί η επαγγελματική ζωή εις βάρος της προσωπικής και τούμπαλιν. Αν κάποιος μου έλεγε να τα παρατήσω όλα για την επαγγελματική μου σταδιοδρομία, είναι πιθανό για κάποιο διάστημα να ήμουν ευτυχισμένος, αλλά μετά από λίγο είναι σίγουρο, ότι θα άρχιζαν να μου λείπουν πράγματα, όπως κι αν συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο. Πολλές φορές έχω σκεφτεί, ειδικά λόγω του οικονομικού αδιεξόδου, να τα παρατήσω όλα και να κάνω κάτι άλλο, όμως μέσα μου ξέρω, ότι μόλις αποκτούσα μια σχετική σταθερότητα στα οικονομικά μου, θα αναζητούσα πάλι την περιπέτεια του θεάτρου, της δημιουργίας, αυτήν την έξαψη και την ένταση που μόνο μέσω της υποκριτικής, μπορώ να αισθανθώ. Είναι υπαρξιακό το ζήτημα. Δεν έχει να κάνει μόνο με τα λεφτά, το κοινωνικό στάτους και τα συναφή. Η δουλειά είναι τρόπος ύπαρξης.

Πιστεύεις ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι, όντως πάσχουμε από έλλειψη χρόνου, ή αυτό πολλές φορές αποτελεί μια βολικότατη δικαιολογία, σε περίπτωση που θέλουμε να αποφύγουμε κάποιον; Μήπως τελικά υποκρινόμαστε και λίγο τους πολυάσχολους;

Αυτή η πολυπραγμοσύνη πολλές φορές είναι και δείγμα ενός νευρωτικού τρόπου ζωής. Κάνουμε πολλά πράγματα ταυτόχρονα, γιατί δυσκολευόμαστε να συνυπάρξουμε με τον εαυτό μας. Γι΄ αυτό καταφεύγουμε σε μια έντονη δραστηριότητα μέσα στη μέρα, για να αισθανόμαστε ότι είμαστε χρήσιμοι, πολυπράγμονες, έχουμε μεγάλο κοινωνικό κύκλο και μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, όταν αρνείσαι να δεις κάποιον με οποιαδήποτε δικαιολογία, νιώθεις πραγματικά ότι είσαι κάποιος που μετράει τόσο πολύ, που δεν μπορεί να τους συναντήσει όλους σε ένα εικοσιτετράωρο. Με αυτόν τον τρόπο σου τονώνεται η αυτοπεποίθηση και αισθάνεσαι πιο σημαντικός. Άρα συμφωνώ, ότι σε ένα βαθμό όλο αυτό είναι επίπλαστο και πρέπει στο πλαίσιο της ισορροπίας που λέγαμε νωρίτερα, να βάλουμε κάποιες προτεραιότητες στη ζωή μας. Όλα είναι θέμα προτεραιοτήτων.

Φέτος, πρωταγωνιστείς μαζί με την Ιουλία Σιάμου στο έργο του Δημήτρη Φοινίτση “ΟΙ ΕΓΚΑΤΑλελειμένοι” το οποίο δεν παρουσιάζεται σε κάποιο θέατρο, αλλά σε έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο στο ισόγειο του Εκδοτικού Οίκου Αιγόκερως; Είσαι υπέρμαχος γενικά των εναλλακτικών χώρων; Θεωρείς, ότι έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τους συμβατικούς;

Φέτος έχω την χαρά και την τιμή – πάντα είναι τιμή όταν σε επιλέγει ένας άνθρωπος να συνεργαστείς μαζί του – να δουλεύω σε ένα έργο του Δημήτρη Φοινίτση μαζί με την Ιουλία Σιάμου με την οποία έχουμε συνεργαστεί πολλές φορές στο παρελθόν, το οποίο παρουσιάζεται σε έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο στις Εκδόσεις Αιγόκερως, όπως πολύ σωστά ανέφερες. Είναι πολύ ωραίο το έργο και γενικά η συνεργασία με τον Δημήτρη και την Ιουλία είναι πολύ καλή. Έχουμε ξαναδουλέψει ως ομάδα στην παράσταση DOMINATRIX, που είχε παιχτεί κατά το διάστημα 2010-2011 σε μία γκαρσονιέρα στην Κυψέλη. Είναι διαφορετικό το να παίζεις σε έναν χώρο μη θεατρικό. Επηρεάζει πολύ την υποκριτική σου. Πάει σχεδόν προς τον κινηματογράφο, δηλαδή χρησιμοποιείς εντάσεις κινηματογραφικές και αντίστοιχες δυναμικές στο βλέμμα, στο πρόσωπο και το σώμα σου και καταδεικνύεις πολύ λιγότερο τα πράγματα, γιατί δεν υπάρχει η ανάγκη να προβάλλεις τόσο έντονα κινήσεις και εκφράσεις όπως συμβαίνει συνήθως σε ένα συμβατικό θέατρο, επειδή ο κόσμος είναι πολύ κοντά στην δράση, οπότε βλέπει όλες τις απαραίτητες λεπτομέρειες, όπως και στον κινηματογράφο. Αυτό έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον για μένα. Αν και το έχω ξανακάνει είναι πάντα δύσκολο σαν διαδικασία. Το σώμα έχει δική του μνήμη και θυμάται την διάθεση ενός θεατρικού έργου, τις εντάσεις, τις δυναμικές κι όταν πρωτοπηγαίνεις σε έναν καινούργιο χώρο, χρειάζεται λίγο χρόνο προκειμένου να ξαναθυμηθεί τον σωματικό κώδικα, που επιβάλλει ο συγκεκριμένος χώρος. Ξεκίνησα πολύ πιο έντονα στην αρχή και σιγά-σιγά άρχισα να κόβω και να μαζεύω. Είναι πολύ πιο εσωτερικά όλα κι αυτό είναι πολύ ιντριγκαδόρικο για εμάς τους ηθοποιούς, αλλά και για το κοινό, απ’ ότι μας έχουν πει όσοι έχουν δει την παράσταση, είναι ένα στοιχείο πολύ ενδιαφέρον, γιατί βλέπουν την παράσταση κάπως ηδονοβλεπτικά και παράλληλα πολλές φορές δεν έχουν οπτική εικόνα όσων διαδραματίζονται, γιατί κάποια πράγματα τα ακούν μόνο ή τα υποψιάζονται χωρίς να τα βλέπουν. Γενικά υπάρχει μια ιδιαιτερότητα στην παρουσίαση του έργου, σε σχέση με την κλασική απεικόνιση μιας παράστασης. Είναι ένα είδος που σε μια μεγάλη μερίδα του κοινού αρέσει κι αυτό είναι πολύ ευχάριστο.

10649766_10204355405941103_1453318460997128862_n

Το συγκεκριμένο έργο έχει ως σημείο αναφοράς – και πηγή έμπνευσης – μια πολύκροτη δίκη, η οποία πραγματικά συγκλόνισε το πανελλήνιο. Ήταν δύσκολο για σας να διαφυλάξετε το στοιχείο της έκπληξης, γιατί παρόλο το υπαινικτικό σας promotion, νομίζω ότι είναι πολύ δύσκολο να μην αντιληφθεί κανείς τίποτα, ειδικά όταν πρόκειται για μια σχετικά πρόσφατη υπόθεση, που ακόμα και σήμερα δεν σταματά να σοκάρει;

Το έργο από μόνο του – αυθύπαρκτα – είναι μια μυθοπλασία πάνω στην συγκεκριμένη αστυνομική ιστορία, που συγκλόνισε το πανελλήνιο και είναι όντως δύσκολο να διαφυλάξεις στην διαδικασία προώθησης το στοιχείο της έκπληξης, αλλά αυτό είναι και το πιο ενδιαφέρον στην όλη υπόθεση. Υπάρχουν κάποιοι που γνωρίζουν ήδη την ιστορία, αλλά είναι και πολλοί, οι νεότεροι κυρίως, που δεν την θυμούνται καθόλου. Έχει αποσιωπηθεί αρκετά η εν λόγω υπόθεση, κυρίως για λόγους προστασίας των εμπλεκόμενων και εμείς το σεβόμαστε απόλυτα αυτό, οπότε κάποιοι παρακολουθώντας την παράσταση σταδιακά αρχίζουν να την θυμούνται, κάποιοι άλλοι που δεν την γνωρίζουν όμως, στο τέλος είναι εξίσου συγκλονισμένοι με αυτούς που έχουν καταλάβει που αναφέρεται το έργο. Η λογική και το αποτύπωμα της παράστασης δεν συνδέεται με την ιστορία αυτή και όλοι την παρακολουθούν με την ίδια προσήλωση, είτε θυμούνται, είτε δεν θυμούνται τα παρεπόμενα αυτής της πολύκροτης πραγματικά υπόθεσης. Όσον αφορά την προώθηση είναι αλήθεια ότι αντιμετωπίσαμε μια μικρή δυσκολία, αλλά όπως είπες το αντιμετωπίσαμε…υπαινικτικά.

Πόσο εύκολο θεωρείς ότι είναι να φτάσει ένας άνθρωπος σε τέτοιο σημείο απελπισίας, ώστε να βλέπει τον θάνατο ως την μόνη λύτρωση;

Παίζει μεγάλο ρόλο σ’ αυτό η προδιάθεση του ανθρώπου, το συναισθηματικό υλικό του και ο ψυχισμός του. Αυτό που θα πω τώρα το έχω συζητήσει και με ειδικούς. Όλοι έχουμε τάσεις αυτοκτονίας σε κάποιες φάσεις της ζωής μας. Ειδικά όταν είμαστε νεότεροι, κάπου εκεί κοντά στην εφηβεία, είμαστε πιο επιρρεπείς. Παράλληλα όμως, ενυπάρχει μέσα μας και ένα ένστικτο επιβίωσης το οποίο παρεμβαίνει και μας ξαναδίνει την διάθεση για ζωή, για διεκδίκηση, για να αγωνιστούμε, να υπάρξουμε και να χαρούμε τα πράγματα. Ο ψυχισμός δεν είναι σταθερός, ανάλογα με τις εμπειρίες και την καθημερινότητα μας μεταβάλλεται, αλλά υπάρχουν και κάποιες δικλείδες ασφαλείας στον οργανισμό μας, που εμποδίζουν αυτήν την ολική κατάπτωση. Βέβαια, από την άλλη δεν είναι και δύσκολο. Προσωπικά δεν το θεωρώ καθόλου δύσκολο. Αυτό αποδεικνύεται κι από το γεγονός, ότι στην Ελλάδα της κρίσης έχουν αυξηθεί κατακόρυφα οι αυτοκτονίες – δεν γνωρίζω τον ακριβή αριθμό γιατί ακούγονται πολλοί αριθμοί, που για μένα είναι ανακριβείς – αλλά γεγονός παραμένει, ότι έχουν αυξηθεί πάρα πολύ οι αυτοκτονίες, ένα φαινόμενο που στο παρελθόν δεν συνέβαινε σε τέτοιο βαθμό στην χώρα μας. Νωρίτερα ανέφερα, ότι η δουλειά είναι θέμα ύπαρξης, οπότε όταν κάποιος χάνει την δουλειά του, πέφτει σε οικονομικό αδιέξοδο και χάνει το κοινωνικό και οικογενειακό του στάτους, σκέφτεται μοιραία την λύση της αυτοκτονίας ως μία λύτρωση. Ειδικά για τους άντρες έχει άμεση σχέση η επαγγελματική και οικονομική τους καταξίωση, με το πόσο χρήσιμοι είναι και με το τι προσφέρουν στην οικογένεια τους και στο κοινωνικό σύνολο γενικότερα. Επίσης, μια γυναίκα που έχει μπει στην νεύρωση της σύγχρονης, απελευθερωμένης, ισότιμης, εργαζόμενης γυναίκας – πρόκειται πια για νεύρωση – αισθάνεται πολύ άσχημα όταν τα χάνει όλα αυτά, γιατί δεν μπορεί να επικοινωνήσει με την θηλυκή της πλευρά. Όλο αυτό της έχει στερήσει την αμιγώς γυναικεία υπόσταση της κι όταν το χάνει, αναγκάζεται να επικοινωνήσει με τους άλλους μέσω αυτού που λέμε παραδοσιακή γυναίκα κι αυτό δεν μπορεί να το διαχειριστεί. Νομίζω, ότι είναι εύκολο να γλιστρήσει κανείς σε όλα αυτά και να φτάσει σε ακραίες λύσεις. Θέλει δουλειά με τον εαυτό μας. Τα πάντα είναι θέμα προσωπικής εξέλιξης και ισορροπίας…ισορροπία πάνω απ’ όλα…το είπα πριν και θα το ξαναπώ. Ένας τρόπος για να αποφύγεις όλη αυτή την καταστροφική διάθεση είναι να βρεις πράγματα που σε γεμίζουν στην καθημερινότητα σου, έξω από τον επαγγελματικό στίβο. Ευτυχώς έχω στην ζωή μου επιλεγμένους ανθρώπους, με τους οποίους συζητάω με πολύ ωραίο τρόπο για θέματα κοινά, που μας απασχολούν όλους, αλλά πάντα με μια ιδιαίτερη σκέψη. Από μικρός ήθελα να κάνω παρέα με μεγαλύτερους ηλικιακά ανθρώπους – τότε – που είχαν έναν ιδιαίτερο τρόπο σκέψης. Με γοήτευε αυτό. Η λύση σε τέτοιου είδους αυτοκαταστροφικές τάσεις είναι να έχουμε ένα περιβάλλον, που θα μας βοηθάει να εξελιχθούμε σαν άνθρωποι κι αυτό στο μέλλον θα μας αποφέρει και μια καινούργια ευκαιρία, επαγγελματική κι όχι μόνο. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να σταματήσει να εξελίσσεται, παρά τις δυσκολίες και κόντρα σε κάθε κρίση.

val_005

Όταν περπατάς στο δρόμο, ή είσαι στο μετρό ή βρίσκεσαι σε κάποιο πολυσύχναστο μέρος τους παρατηρείς; Πως κινούνται, πως μιλάνε, τις γκριμάτσες τους; Βρίσκεις την διαφορετικότητα των ανθρώπων γοητευτική;

Ναι, τους παρατηρώ πάρα πολύ κι αυτό όχι μόνο λόγω της ιδιότητας μου ως ηθοποιός, το είχα από μικρός, πριν ασχοληθώ με την υποκριτική. Ακόμα κι ως παιδί έκανα παρέα με τους πιο περίεργους τύπους του σχολείου. Με γοήτευε πάντα η διαφορετικότητα και η εκκεντρικότητα. Δεν μπορώ το συνηθισμένο, το καθημερινό, το κλισέ. Θέλω να έχει ο άλλος μια λοξή ματιά στα πράγματα. Είμαι επίσης, υπέρ του μπασταρδέματος, μου αρέσει να ανακατεύω τα είδη, τα πράγματα, τις καταστάσεις. Στο μετρό λοιπόν ή στον δρόμο συνδυάζω συμπεριφορές και ενέργειες και συγκρίνω τι είναι ο ένας τι είναι ο άλλος και βέβαια – αυτό είναι και της δουλειάς – φτιάχνω υποθετικά σενάρια. Από που έρχεται κάποιος, που πάει, πως νιώθει, ποιο μπορεί να είναι το επάγγελμα του. Δεν ξέρω αν ακούγεται λίγο κουτσομπολίστικο όλο αυτό, πάντως εγώ το κάνω πάντα με καλή πρόθεση και με σκοπό να περνάω ευχάριστα την ώρα μου.

Έχεις φοβίες, έμμονες ιδέες ή αντίστοιχα εθίζεσαι εύκολα σε πρόσωπα και καταστάσεις; Αν ναι, με ποιον τρόπο το αντιμετωπίζεις;

Όχι φοβίες δεν έχω. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό μου, που ανησυχούσε πολύ και την μητέρα μου από τότε που ήμουν παιδί. Πολλά παιδάκια φοβόντουσαν την θάλασσα, ενώ εγώ κολυμπούσα πολύ βαθιά, ή φοβόντουσαν τα μεγάλα ζώα, την ίδια στιγμή που εγώ αγκάλιαζα άφοβα τα μεγάλα σκυλιά κλπ. Δεν έχω καθόλου φοβίες και μάλιστα πολλές φορές είμαι και προκλητικός ως προς τον φόβο. Έχω θέσει τον εαυτό μου σε συνθήκη κινδύνου συνειδητά, για να δω πως ακριβώς θα αντιδράσει, τι ακριβώς θα συμβεί, ενώ καταλάβαινα απόλυτα το μέγεθος του κινδύνου. Πειραματίζομαι με τον εαυτό μου και τον θέτω σε περίεργες καταστάσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οδηγώ επικίνδυνα ή τρέχω σε αγώνες φόρμουλα1 ή κάνω bungee jumping, αλλά ας πούμε δεν φοβάμαι να περπατήσω βράδυ σε μια πολύ κακόφημη περιοχή, στην οποία οι περισσότεροι δεν θα πήγαιναν με τίποτα. Απλά πράγματα δηλαδή. Εξαρτήσεις όμως έχω. Μπορεί δηλαδή να κολλήσω με κάτι εμμονικά, τύπου να παίζω συνέχεια χαρτιά – χωρίς λεφτά ευτυχώς – ή να παίζω τάβλι, αλλά σε τέτοιο βαθμό που να σκέφτομαι πότε θα τελειώσω όλα τα άλλα, για να πάω να παίξω τάβλι. Με το φαγητό ας πούμε έχω μια εξάρτηση. Η σοκολάτα συγκεκριμένα είναι φοβερός εθισμός για μένα, αλλά αν δω ότι ξεπερνάω τα όρια τα κόβω όλα μαχαίρι. Είναι αυτό που λέγαμε πριν για τα αντίθετα συναισθήματα επιβίωσης και αυτοκαταστροφής. Έχω στοιχεία που με οδηγούν στην εξάρτηση από διάφορα πράγματα, αλλά από την άλλη είμαι και γρηγορομπούχτιστος και βαριέμαι γρήγορα, οπότε υπάρχει μια σχετική ισορροπία. Αυτό ισχύει και για τις προσωπικές μου σχέσεις, δηλαδή προτιμώ να πέσω με τα μούτρα σε κάτι και να το βιώσω έντονα για σύντομο χρονικό διάστημα, γιατί έτσι μπορώ μετά να το αποχωριστώ πιο εύκολα. Προτιμώ να βιώσω κάτι για λίγο, αλλά πολύ έντονα, παρά για μεγάλο διάστημα και χλιαρά.

Τι συναισθήματα σου προκαλεί η τωρινή εικόνα της Ελλάδας;

Η πρώτη εικόνα που μου έρχεται στο μυαλό είναι: χάος! Ομολογώ, ότι όταν πρωτοξεκίνησε η κρίση ήμουν πιο αισιόδοξος. Πίστευα, ότι θα γεννηθούν νέες δυνάμεις, ότι ο κόσμος θα στραφεί σε πιο βαθιά κι ουσιαστικά πράγματα, ότι οi Έλληνeς θα αποδεχτούμε τα αρνητικά που έχουμε ως έθνος – γιατί όλοι οι λαοί έχουν τα θετικά και τα αρνητικά τους – αλλά δυστυχώς αυτό που διαφαίνεται είναι μία στροφή προς τις άσχημες πλευρές μας, τονίζοντας υπέρ του δέοντος τα εθνικά μας χαρακτηριστικά. Αυτό οδηγεί σε διάφορες εθνικιστικές εξάρσεις, που εκφράζονται κι από διάφορα ακροδεξιά μορφώματα, με τα γνωστά αποτελέσματα όπως τα έχουμε δει ως τώρα. Δεν θέλουμε προφανώς, να αποδεχτούμε κάποια πράγματα αναλαμβάνοντας τις ευθύνες που μας αναλογούν και κατ’ επέκταση δεν προσπαθούμε να τα αλλάξουμε. Ο Έλληνας εμμένει στην κατάσταση του εφήβου, γιατί σαν κράτος αυτό είμαστε,  οι αιώνιοι έφηβοι. Οι γονείς μας ήταν οι Ευρωπαίοι που μας έδιναν λεφτά κι εμείς παίρναμε το χαρτζιλίκι τους και ψευτοσυντηρούμασταν. Δεν το ξέραμε ενδεχομένως και δεν το κάναμε συνειδητά, ήταν μια κατάσταση για την οποία ευθύνεται κυρίως η πολιτική μας ηγεσία, αλλά ακόμα και τώρα που έχουμε πια συνειδητοποιήσει τι ακριβώς συμβαίνει, δεν φαίνεται να έχουμε καμία διάθεση, να το αντιμετωπίσουμε δραστικά και επί της ουσίας. Ξαναγινόμαστε μάζα. Θέλουμε πάλι να μπούμε πίσω από κάποιον και να μας οδηγήσει στην πλησιέστερη έξοδο, έτσι απλά κι εύκολα με ένα μαγικό ραβδί. Κατά την γνώμη μου δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Πρέπει οι άνθρωποι που μας έφτασαν σε αυτήν την κατάσταση να τιμωρηθούν και να πληρώσουν πολύ ακριβά το τίμημα της κακοδιοίκησης σε όλους τους τομείς. Νομίζω ότι η παραδειγματική τιμωρία των υπαιτίων, θα δημιουργήσει ένα αίσθημα δικαίου και μία συνειδητοποίηση, ότι ο καθένας δεν μπορεί να κάνει ότι θέλει, εκμεταλλευόμενος την εξουσία που του δίνει ο λαός με την ψήφο του. Με τις παρούσες συνθήκες έχει αυξηθεί η αγριότητα, ο συντηρητισμός, γι αυτό κι  η στροφή στην εθνική ταυτότητα όχι με την μορφή διαλόγου και συνύπαρξης με την υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά περισσότερο ως διάθεση επιβολής, που μοιάζει με παιδιάστικο πείσμα παρά με πολιτική στάση κι άποψη. Επίσης, επικρατεί μία ατέρμονη γκρίνια και μία γενική απαξίωση των πάντων. Το καλό της υπόθεσης – για να μην τα βλέπουμε όλα μαύρα – είναι ότι υπάρχει μεγάλη κίνηση στα πράγματα. Θεωρώ το 2014 μια καλύτερη χρονιά από τις δύο προηγούμενες, Έχει ανάψει ένα φυτίλι, το οποίο όμως είναι κάπως βραδύκαυστο, δεν προχωράει δηλαδή όσο θα έπρεπε εξαιτίας και του κρατικού μηχανισμού. Υπάρχουν συμφέροντα δεμένα με το κράτος, τα οποία δεν θέλουν να αλλάξει χέρια ο πλούτος και η διαχείριση του σ’ αυτήν την χώρα.

Πιστεύεις ότι η οικονομική κρίση – για πολλούς είναι παράλληλα κοινωνική, ηθική και κατ’ επέκταση βαθιά υπαρξιακή – αφορά μόνο την χώρα μας; Δηλαδή όλοι οι άλλοι ζουν, στην “γη της επαγγελίας”;

Όχι βέβαια! Όλη η Ευρώπη – και η Αμερική – έχει πρόβλημα, αλλά κανείς δεν έχει το χάλι της Ελλάδας, γιατί εκεί υπήρχαν κάποιες κοινωνικές δομές. Ας πάρουμε για παράδειγμα την Ευρώπη. Υπήρχε κοινωνική συνείδηση κι αυτό έχει να κάνει και με το θέμα των τάξεων, το οποίο από παλιά αφορούσε τις χώρες της Ευρώπης. Υπάρχει δηλαδή μια συνέχεια και μία εξέλιξη στην κοινωνική τους δομή. Μεγάλωσαν, εξελίχθηκαν, πέρασαν από όλα τα στάδια, από παιδιά έγιναν έφηβοι και στη συνέχεια ενηλικιώθηκαν. Εμάς δυστυχώς, πάλι με ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας, ειδικά από την μεταπολίτευση και μετά, μας τάισαν παραμύθι και γι’ αυτό ο λαός δεν οδηγήθηκε ποτέ στην αυτογνωσία. Το κράτος πλήρωνε κι ο κόσμος ζούσε. Εδώ δεν υπήρχαν ποτέ τάξεις. Μια χαζομπουρζουαζία υπήρξε, γιατί είναι αστείο να μιλάμε για αριστοκρατία στην Ελλάδα, όταν αυτή πάει χέρι-χέρι με την παρανομία και με άλλα σκοτεινά συμφέροντα. Οι άνθρωποι εκεί αντιμετώπισαν την κρίση πιο ώριμα και διατηρήθηκε ανέπαφος ο κοινωνικός ιστός. Στην Ελλάδα διερράγη ο κοινωνικός ιστός.  Δεν είναι παράξενο που οι Έλληνες έχουν το μεγαλύτερο ποσοστό ιδιοκτησίας απ’ όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες; Κι όμως δεν είναι, αν σκεφτεί κανείς, ότι αυτό λειτουργεί σαν αντιστάθμισμα στην έλλειψη σταθερού κοινωνικού κράτους. Δεν είχαμε ποτέ την ασφάλεια, ότι η πολιτεία θα μας εξασφάλιζε μια αξιοπρεπή σύνταξη, έναν ικανοποιητικό τρόπο διαβίωσης, ένα καλό σύστημα περίθαλψης, οπότε όλοι επενδύσανε στα ακίνητα για να εξασφαλίσουν τα γεράματα τους ή για να έχουν κάτι να αφήσουν στα παιδιά τους. Στο εξωτερικό υπάρχει μια σχετική ισορροπία και το κράτος μπορεί και εξασφαλίζει στους πολίτες του κοινωνικές παροχές κι όχι ευκαιριακά χατίρια. Εδώ λαϊκίζαμε – και συνεχίζουμε – με ξένα λεφτά. Δυστυχώς αυτή είναι η σκληρή αλήθεια. Ναι μεν πάσχουν και στενάζουν και κάποια από τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη, αλλά δεν έχουν φτάσει σε τέτοιο σημείο ηθικής κατάπτωσης και ψυχολογικής αλλοίωσης, σαν αυτό που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια στην χώρα μας.

Θα ήθελα να κλείσουμε με ένα όσο το δυνατόν πιο θετικό πρόσημο, προσφέροντας στους ανθρώπους που αγαπούν την τέχνη και τους ανθρώπους που την υπηρετούν (… γι’ αυτό άλλωστε μας διαβάζουν) περισσότερους λόγους για να συνεχίζουν να την στηρίζουν. Επίσης, θα ήθελα να μας πεις που βρίσκεσαι αυτήν την στιγμή καλλιτεχνικά και που θα ήθελες να βρίσκεσαι ιδανικά στο μέλλον;

Για μένα η Τέχνη είναι το δώρο του Θεού στον άνθρωπο. Η επαλήθευση της ύπαρξης του Θεού στην φύση. Είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπους. Πρέπει ο άνθρωπος να στραφεί στην τέχνη, γιατί νομίζω ότι δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά, αλλά η τέχνη δεν παράγεται μόνο στο θέατρο ή σε μία γκαλερί ή σε μία κινηματογραφική αίθουσα. Είναι οτιδήποτε κάνεις στη ζωή σου και το βλέπεις ως λειτούργημα κι όχι ως απλή διεκπεραίωση. Το θέμα δεν είναι απλά να παράγεις ένα έργο, αλλά να προσφέρεις στο κοινωνικό σύνολο. Πρέπει να είσαι μάστορας σ’ αυτό που κάνεις κι αυτό ισχύει για τον καθένα, όποια δουλειά κι αν έχει επιλέξει να κάνει. Να βάλεις δηλαδή ψυχή στην δουλειά σου και να σε αφορά πως θα νιώσει ο άλλος, όταν θα λάβει τις υπηρεσίες σου. Υπάρχει μια ανθρωπιστική διάσταση στα πάντα. Αυτό είναι η τέχνη κι από εκεί προκύπτει η αλληλεγγύη, η αλληλοβοήθεια, η αυτοβελτίωση κι όλα τα θετικά πρόσημα. Αυτήν την περίοδο βρίσκομαι θεατρικά, εκτός από τους Εγκαταλελειμμένους στους οποίους αναφερθήκαμε διεξοδικά, σε μια ακόμα σημαντική παράσταση και συγκεκριμένα τον Πλατόνοφ, ένα πρωτόλειο έργο του Άντον Παύλοβιτς Τσέχωφ, το οποίο ανεβαίνει πολύ σπάνια και όποτε ανεβαίνει αφήνει ανοιχτά πολλά πεδία πειραματισμού, γεγονός που το κάνει εξαιρετικά ενδιαφέρον. Την παράσταση σκηνοθετεί ο Ένκε Φεζολλάρι και παρουσιάζεται στον Τεχνοχώρο “CARTEL”, ο οποίος βρίσκεται στην περιοχή του Ελαιώνα. Είμαστε ένας ενδεκαμελής θίασος, κάτι πολύ σπάνιο για τα δεδομένα των νέων ομάδων, γιατί συνήθως στα έργα που ανεβαίνουν από ομάδες δεν συμμετέχουν πάνω από τρία – τέσσερα άτομα. Ο Πλατόνοφ είναι ένα κολοσσιαίο έργο, το οποίο απαιτεί πολύ κόσμο και αναγκαστικά έχουν κοπεί κάποιοι ρόλοι, γιατί διαφορετικά θα έπρεπε να είμαστε ακόμα περισσότεροι επί σκηνής. Είναι μια πραγματικά ωραία δουλειά και ευχαριστούμε πολύ τον ιδιοκτήτη του χώρου Βασίλη Μπισμπίκη και τους συνεργάτες του Παναγιώτη Σούλη και Φαίη Τζήμα,  οι οποίοι συμμετέχουν και στην παράσταση, για όλη την στήριξη. Τα σκηνικά και τα κοστούμια έχει επιμεληθεί η Αλεξία Θεοδωράκη και τους φωτισμούς η Ελίζα Αλεξανδροπούλου. Παίζουν επίσης οι ηθοποιοί: Νίκος Αναστασόπουλος, Ελεωνόρα Αντωνιάδου, Μαρία Κανελλοπούλου, Γιάννης Παπαιωάννου, Ιάσονας Παπαματθαίου, Μαρία Σκαφτούρα (έχει επιμεληθεί και την μετάφραση), Νεκτάριος Σμυρνάκης & Στέλιος Τυριακίδης. Η πρεμιέρα μας έγινε στις 21 Νοεμβρίου και οι παραστάσεις είναι κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 9 το βράδυ και την Κυριακή στις 7 το απόγευμα. Είναι μια ιδιαίτερη δουλειά με έντονο προσωπικό στίγμα. Νομίζω, ότι αυτό χρειάζεται το θέατρο. Έναν ανοιχτό, καλλιτεχνικό διάλογο κι ας μην συμφωνούμε πάντα, σημασία έχει να προτείνεις κάτι διαφορετικό και παράλληλα ουσιαστικό. Χρειάζεται μια συνεχής ανταλλαγή απόψεων κι αυτό ευτυχώς συμβαίνει φέτος και στις δύο δουλειές, στις οποίες έχω την χαρά να συμμετέχω. Τώρα σχετικά με το μέλλον…ξέρεις τι γίνεται; Μου συμβαίνει συνήθως κάτι πολύ οξύμωρο. Μέχρι σήμερα ότι κυνήγησα στην ζωή μου και κατά κάποιον τρόπο το επιδίωξα, τελικά δεν ευοδώθηκε. Παραδόξως – με κάποιες εξαιρέσεις πάντα – όλα αυτά που δεν διεκδίκησα ιδιαίτερα και συνέβησαν πολύ απλά κι αβίαστα, ήταν αυτά που με πήγαν σε άλλους δρόμους, καλλιτεχνικά κι όχι μόνο. Είναι καλό να βάζεις στόχους – όπως πολύ σωστά μου έχει πει ένας συνάδελφος – αλλά πρέπει να παραμένεις κι ανοιχτός σ’ αυτό που σου φέρνει η ζωή. Ξέρει καλύτερα τις περισσότερες φορές. Είναι γεγονός, ότι έχω εξελιχθεί πολύ περισσότερο σαν άνθρωπος απ’ αυτά που ήρθαν απρόσκλητα στην ζωή μου, παρά από αυτά που επιθυμούσα διακαώς.  Θα ήθελα λοιπόν πάντα, να έχω την δύναμη να αντέξω,  αυτά που θα μου φέρει η ζωή. Δεν θέλω να πω κάτι άλλο για το μέλλον, εκτός από το ότι θα ήθελα να κάνω αυτό που κάνω, με καλύτερους οικονομικούς όρους, χωρίς να έχω καθόλου καλλιτεχνικές επιπτώσεις. Όνειρο θερινής νυκτός….

platonof 1

ΠΛΑΤΟΝΟΦ ΤΟΥ ΑΝΤΟΝ ΠΑΥΛΟΒΙΤΣ ΤΣΕΧΩΦ, ΣΕ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΕΝΚΕ ΦΕΖΟΛΛΑΡΙ ΤΕΧΝΟΧΩΡΟΣ CARTEL (Αγ. Άννης & Μικέλης 4 – Βοτανικός)

 


Τον Χρυσοβαλάντη τον γνώρισα μέσα από κάποιους κοινούς γνωστούς μας, πρώτα με την ιδιότητα του ηθοποιού και στην συνέχεια πιο προσωπικά μέσα από τις κοινές μας παρέες.  Πρόκειται για περίπτωση sui generis καλλιτέχνη – και ανθρώπου – και είναι αδύνατον να μην σε παρασύρει με την θετική του διάθεση και την απροσποίητη παιδικότητα του, σ’ έναν κόσμο πιο φωτεινό, πιο αισιόδοξο και πιο τρυφερό απ’ αυτόν που ενεδεχομένως ζούμε, δηλαδή στον δικό του κόσμο, που τον προφυλάσσει από οτιδήποτε θα μπορούσε να τον διαταράξει και κατ’ επέκταση να τον αλλοιώσει.

val_015

Η ενέργεια που διαθέτει ο Βαλάντης (έτσι τον φωνάζουν οι φίλοι) είναι αστείρευτη γι’ αυτό όση απ’ αυτή δεν διοχετεύει στις πολλάπλες καλλιτεχνικές του δραστηριότητες, την προσφέρει στα παιδιά μέσα από την ιδιότητα του ως εμψυχωτής παιδικών πάρτι (εγώ θα τον ήθελα σίγουρα στο δικό μου πάρτι κι ας μην είμαι πια και τόσο παιδί…βιολογικά τουλάχιστον).

Η συνέντευξη και η φωτογράφιση πραγματοποιήθηκε στο πολύχρωμο και πολύ φιλόξενο παντοπωλείο “ΜΠΑΚΑΛΟΓΑΤΟΣ” (Γκύζη 7 – Αθήνα) ένα παραδοσιακό και ταυτόχρονα μοντέρνο στέκι, το οποίο έχει διακοσμήσει με μεράκι κι αισθητική ο Στέφανος Μάμμας, ο οποίος είναι κι ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού και παράλληλα ένας καταπληκτικός οικοδεσπότης. Ευχαριστούμε Στέφανε για την αστείρευτη υπομονή σου και την φιλοξενία και σίγουρα θα επανέλθουμε δριμύτεροι για τις αγορές μας. Ο “μπακαλόγατος” σου μας άνοιξε την όρεξη…!!

 

val_001

Advertisements