Tags

MTE4MDAzNDEwNjU4NzU2MTEw

Του Γιώργου Λίλλη

Η Πλαθ δεν είναι μόνο ο μύθος που σχηματίστηκε γύρω από τη ζωής της, αλλά και η ίδια η ποίηση που διαμέσου της «διαλυτικής εισβολής της τρέλας»[i], οριοθέτησε το σκοτεινό πεπρωμένο της. Ήταν λογικό μετά τον ηθελημένο θάνατο της, σημείο αναφοράς στο έργο της να υπήρξε ο προάγγελος αυτής της πράξης, αλλά νομίζω πως αν σταματήσουμε εδώ, το αδικούμε.

Από  τα πρώτα της ποιήματα,  «The Colossus and other poems», μέχρι το συγκλονιστικό «Ariel», η Πλαθ χτίζει τον δική της εκφραστική με μόνη ελπίδα να καταφέρει να δει μέσα της τον ίδιο της τον εαυτό. Η Πλαθ περιγράφει αισθήματα που μεταμορφώνονται σε εφιάλτες  και την κατατρώγουν. Η μόνη αυτοάμυνα η ποίηση· να συμφιλιωθεί με τους εξωγενείς παράγοντες που την περικλείουν και την οδηγούν σ΄ ένα κενό θυμίζοντας κλειστό δωμάτιο, σφραγισμένο. Οι καταρρίπτοντες μύθοι· η γυμνή αλήθεια· η απόλυτη πεποίθηση ότι ο κόσμος δεν αλλάζει: «  μη με ζαλίζεις λέγοντάς μου ότι ο κόσμος έχει ανάγκη χαρωπά ποιηματάκια. Αυτό που θέλει να ακούσει ο άνθρωπος που βγήκε ζωντανός από το Άουσβιτς δεν είναι ότι τα πουλάκια κάνουν τσίου – τσίου στα κλαδάκια αλλά ότι και κάποιος άλλος πέρασε από εκεί και ξέρει τι σημαίνει πόνος»[ii].

Εδώ βρίσκεται η αφετηρία και η κατάληξη της δικής της ζωής. Η συνειδητοποίηση μέσω της ποίησης της αίσθησης του πόνου ή της αλήθειας που κρύβει ο πόνος, η πραγματικότητα και ο ρεαλισμός που είναι αδύνατον να συνηθίσει. Τα ποιήματά της ξεσκεπάζουν τους εφιάλτες της, την οδηγούν όχι όμως προς την διαφυγή από τον πόνο, αλλά την εντρύφηση της σ΄ αυτόν έως εξαντλήσεως μέχρι να γίνει ένα με τον ψυχισμό της. Μόνο με την ποίηση θα μπορούσε να μεταχειριστεί τέτοια ανορθόδοξα και ρηξικέλευθα υλικά για να υπερβεί τον ίδιο της τον εαυτό, γι΄ αυτό, μέσα στην φαντασμαγορία της, η Πλαθ ανακαλύπτει τους εφιάλτες της ζωντανούς να την κοιτάζουν επιτέλους έξω από το δικό της προσωπικό πρίσμα, σαν να μην είναι δικοί της. Συντελείται αυτό που περιγράφει στο ποίημά της «Καθρέφτης»: «Τώρα είμαι μια λίμνη. Μια γυναίκα σκύβει από πάνω μου, ψάχνοντας στις εκτάσεις μου να βρει ποια είναι στ΄ αλήθεια………..  Μέσα μου έχει πνίξει ένα νεαρό κορίτσι, και από μέσα μου μια γριά γυναίκα αναδύεται προς το μέρος της μέρα με τη μέρα, σαν τρομερό ψάρι».

Η ποίηση της Πλαθ, όντας σκοτεινή, καταστρέφει τις αυταπάτες και μας εκθέτει στην αγωνία να αισθανθούμε την αλήθεια της ύπαρξης έξω από κάθε φωτεινό σημείο αναφοράς του. Σαν να χλευάζει τη θνητότητα, την επιτηδευμένη μας προσπάθεια να μείνουμε άτρωτοι. Δεν υπάρχουν περιθώρια σωτηρίας στους παρακάτω στίχους: «τρένα βρυχώνται στα αυτιά μου, αναχωρήσεις, αναχωρήσεις! Το ασημένιο ίχνος του χρόνου αδειάζει μες στην απόσταση……..».  Αυτό που κάνει εντύπωση είναι, ότι η Πλαθ δημιουργεί μια μυστηριακή ατμόσφαιρα και μας αφήνει εκτεθειμένους σ΄ ένα παγερό τοπίο. Ακόμα κι όταν γράφει για τον ήλιο δεν θέλει να παρουσιάσει τη φωτεινότητά του αλλά μια εικόνα παρακμής: «την νεκρή μυρωδιά του ήλιου στις ξύλινες καμπίνες». Η φύση είναι ακόμη μια μορφή τρόμου. Την απειλεί, την τρομάζει: «τα υγρά μελάνια της αυγής εκτελούν την κυανή διάλυση πάνω στο στυπόχαρτό τους από ομίχλη τα δέντρα», ή το άλλο, «αν παρατηρήσω για πολύ τις ρίζες απ΄ τα ρείκια, θα με προσκαλέσουν να λευκάνω τα κόκαλά μου ανάμεσά τους». Οι παραπάνω εικόνες φανερώνουν από μόνες τους το περίκλειστο τοπίο των ποιημάτων της και τον έντονο χώρο μιας ηττοπάθειας.

Η Πλάθ κατασκευάζει την οριακή συντέλεια των πραγμάτων. Το κενό της ποίησης αυτής παραμένει ακόμα ανοιχτό αφού η ίδια εγκατέλειψε τις προσπάθειες να εκτεθεί στην ανακατασκευή ενός άλλου κόσμου πιο προσιτού στην δική της ιδιοσυγκρασία. Εδώ μπορούμε να εντοπίσουμε την ευαισθησία ενός ανθρώπου που προσπάθησε να συμφιλιωθεί με την πραγματικότητα φτάνοντας σε αδιέξοδο. Η πορεία αυτή κορυφώνεται πιστεύω στα ποιήματα «Η συνάντηση των μελισσών», «Η άφιξη του κουτιού με τις μέλισσες», «Κεντριά» και  «Χειμωνιάζει». Το καλοκαίρι του 1962 η Πλαθ άρχισε ερασιτεχνικά να ασχολείται με την μελισσοκομία. Λίγο πριν πεθάνει, επέλεξε για το επόμενο βιβλίο της να βάλει τα παραπάνω ποιήματα ως κατακλείδα. Εκεί κορυφώνεται η αγωνία της να παραδεχθεί πως δεν υπάρχει σωτηρία: «Οι μέλισσες πετούν. Γεύονται την άνοιξη». Είναι η συνειδητοποίηση πλέον ότι η ζωή συνεχίζεται και χωρίς εκείνη. Η άνοιξη έρχεται σε άκρως αντίφαση με τον (χειμωνιάτικο) συναισθηματικό της κόσμο. Εκεί όπου όλα ανθίζουν και ξαναγεννιούνται η Πλαθ επιλέγει να πεθάνει.

Τα ποιήματά της όμως, κατά παράδοξο τρόπο, όσο σκοτεινά και εσωστρεφή να είναι, ανήκουν σ΄ ένα ανοιχτό χώρο. Δεν είναι εγκλωβισμένα στη βιωματική συνθήκη του θανάτου που εκπέμπουν. Έχουν την ιδιαιτερότητα να αποκαλύπτουν όχι μόνο την αλήθεια της δικής της ψυχοσύνθεσης, αλλά να μεταδίδουν την αίσθηση ότι νιώθουμε τον οριακό της κόσμο: «οι τουλίπες είναι υπερβολικά κόκκινες, με πληγώνουν».

Ο Durs Grünbein σ΄ ένα δοκίμιο είχε γράψει πως «ίσως τα δυνατότερα ποιήματα, τα πλέον αινιγματικά έργα, γράφονται σαν απόκρουση του ερεθισμού, σαν να παίρνει, για λίγο ανάσα η μνήμη υπό τον συνεχή καταιγισμό καθημερινών εντυπώσεων»[iii]. Εστιάζοντας την προσοχή μας στην ποίηση της Πλαθ σε αντιπαραβολή μ΄ αυτά τα λόγια, νομίζω εδώ έγκειται το μεγαλείο της ποίησής της. Μέσα από το καταιγισμό της δικής της μνημοσύνης ενάντια στην λήθη που εμποδίζει την αλήθεια να φανεί ακέραια μπροστά μας, η Πλαθ γίνεται ο μεταφορέας της σε μια κατασκότεινη περιοχή μέχρι τον απροσδόκητο κατακερματισμό της.

 

 

[i] Μαρία Τσάτσου: Σίλβια Πλαθ, ποιήματα, περιοδικό Ποίηση, τεύχος 12 σελ. 15

[ii] Silvia Plath, Letters Home: Correspondence 1950-1963, Faber & Faber, 1976

[iii] Durs Grünbein: «Απομακρυσμένη επιγραφή. Ποιήματα και δοκίμια». Εκδόσεις Υπερίων, σελ 93-94. Μετάφραση: Θανάσης Λάμπρου.

Advertisements