Tags

από το αρχείο του αρθρογράφου

Του Αλεξανδρίνου Οικονομίδη

Η Κορυτσά απέχει από την Φλώρινα περίπου 88 χιλιόμετρα. Στην πραγματικότητα, όμως, η απόσταση είναι πιο μικρή ή ίσως εμένα έτσι να μου φαίνεται. Προσωπικά πιστεύω, πως αν εξαιρέσουμε το έπος του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, που πιθανόν ν’ ακούσαμε σε κάποια σχολική εορτή, οι περισσότεροι ελάχιστα γνωρίζουμε για την πανέμορφη και τόσο ιδιαίτερη πόλη που βρίσκεται μια ανάσα από τα Βόρεια σύνορα μας. Και για ν΄ ακριβολογούμε και να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους, ελάχιστα γνωρίζουμε για την Αλβανία γενικότερα. Στην ‘αναμπουμπούλα’ που δημιουργήθηκε την δεκαετία του 1990 με το μεγάλο κύμα εισόδου εξαθλιωμένων Αλβανών μεταναστών, η πλειοψηφία των Ελλήνων είτε αδιαφόρησε, είτε δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσουν τις πτυχές του άγνωστου πολιτισμού και της ιστορίας που είχε ο γειτονικός λαός.

Κι εδώ να ξεκαθαρίσω, ακριβώς επειδή είναι δύσκολες εποχές και πονηροί καιροί, πως το συγκεκριμένο «Ταξίδι Ιστορίας» που επιχειρώ να σας πάω, στοχεύει αποκλειστικά και μόνο, στην ανάδειξη της διαχρονικής-διαπολιτισμικής θέσης που επάξια κατέχει πλέον η πόλη της Κορυτσάς (αλβανικά: Korçë «Κόρτσε»), μιας πόλης που έχει επανειλημμένα χαρακτηρισθεί ως μοναδική γέφυρα που συνδέει πότε τα ιδιόμορφα Ανατολικά  Βαλκάνια με την Ευρώπη, πότε την παράδοση της Ανατολής με την φινέτσα της Δύσης, την Ορθοδοξία με το Ισλάμ, τον «πρώιμο σοσιαλισμό» με την αστική δημοκρατία και κυρίως, την Ελλάδα με την Αλβανία όσο ίσως καμία άλλη περιοχή ένθεν και εκείθεν των συνόρων.  συνεπώςλοιπόν η Κορυτσά, δίκαια χαρακτηρίζεται εδώ κι αιώνες ως «το σταυροδρόμι των πολιτισμών».

Κρίνω απαραίτητο για τον αναγνώστη, προτού εισέλθω στο κύριο μέρος αυτής της μελέτης, να παραθέσω εν συντομία μερικές πληροφορίες, τόσο για την πόλη της Κορυτσάς, όσο και για την σύγχρονη ιστορία της γειτονικής χώρας. Όποιος  ερευνητής ενδιαφέρεται να εξετάσει άγνωστες πτυχές της αλβανικής ιστορίας θα παρατηρήσει στις πηγές περίεργες και ανεξήγητες αντιφάσεις. Αυτό συμβαίνει επειδή ο Ενβέρ Χότζα για πάρα πολλά χρόνια επέβαλε στην ιστορία την δική του έκδοση. Ο ίδιος, εξειδικεύτηκε για περίπου τέσσερις δεκαετίες  στην παραποίηση των γεγονότων, στην ακύρωση  ή και εξαφάνιση προσωπικοτήτων με σκοπό την οικοδόμηση μιας ιστορίας  με μοναδικό πρωταγωνιστή τον εαυτό του. Η περίπτωση του Χότζα διαφέρει από πολλούς άλλους δικτάτορες, διότι παραποίησε επιμελώς την ιστορία εξαλείφοντας τους μάρτυρες και τους ανθρώπους  που πρωταγωνίστησαν ήδη από πολύ νωρίς. Δεν περίμενε να γίνει ο ισχυρότερος άνδρας της χώρας, ούτε και να ανέβει στο βάθρο για να ξεκινήσει το ξεκαθάρισμα και τις εξαλείψεις, τα εφάρμοσε  όλα από  τα πρώτα χρόνια της καριέρας του.[1]Από την άλλη, μετά την πτώση της δικτατορίας του γράφτηκαν τόσα πολλά και ακούστηκαν άλλα τόσα για τα «απόκρυφα πεπραγμένα του δικτάτορα» που ενδεχομένως μερικά και να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Η περίπλοκη και αντιφατική του προσωπικότητα χάραξε έναν μοναχικό δρόμο για την Αλβανία, αφήνοντας το αποτύπωμα της σε κάθε όψη της ζωής της χώρας.[2] Μετά από 40 χρόνια αδιάκοπης δικτατορίας στην Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας, το ηθικό του λαού παρουσίαζε συμπτώματα κατάρρευσης. Ο φόβος της ντροπής για κάποια πράξη, ο φόβος της σύλληψης για κάποια έκφραση μη συμβατή  με το καθεστώς οδηγούσε στην συνεχόμενη τρομοκρατία, στο ψέμα, στη δουλικότητα, στο συμβιβασμό και την χαφιεδολογία.[3] Παρά τις επιτυχίες στην γεωργία, την υγεία, την εκπαίδευση το έργο του σκιάζεται από μια κληρονομιά ανελέητης καταπίεσης της οποίας ο απολογισμός δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Η νεότερη πόλη της Κορυτσάς, χρονολογείται από το τέλος του 15ου αιώνα, οπότε ο Ηλιάζ Χότζα ανέπτυξε την Κορυτσά κατά τις εντολές του Σουλτάνου Μωάμεθ Β.[4] Η Κορυτσά ήταν σαντζάκι του βιλαετίου του Μοναστηριού ως Γκιορίτσε.[5] Η πόλη άρχισε να ακμάζει όταν η γειτονική Μοσχόπολη λεηλατήθηκε από τα στρατεύματα του Αλή Πασά το 1788.[6] Η Κορυτσά εκτός από σημαντικό εμπορικό αποτέλεσε και πνευματικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής, με πλήθος ελληνικών σχολείων να λειτουργούν σε αυτή. Ωστόσο όμως, από την άλλη, κατά τη διάρκεια του 19ου  αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα, η Κορυτσά έγινε σημαντικό κέντρο της Αλβανικής Εθνικής Αναγέννησης. Έτσι, το 1887 άνοιξε το πρώτο αλβανόφωνο δημοτικό σχολείο από τον οργανισμό Drita, ενώ το 1891 άνοιξε και το πρώτο σχολείο θηλέων από την οικογένεια Κυριάζη.

Αν και οι μεγάλες δυνάμεις είχαν αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Αλβανίας  από το 1913, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε δώσει τη δυνατότητα σε διάφορα στρατεύματα να καταλάβουν τμήματα της επικράτειας  της για μεγάλες χρονικέςπεριόδους.[7] Η Αλβανία έγινε δεκτή στην Κοινωνία των Εθνών   μόλις το 1920,[8] ενώ το πρώτο εκλεγμένο κοινοβούλιο της συγκλήθηκε τον Απρίλιο του 1921.[9] Η χώρα βέβαια βρισκόταν παραδοσιακά κάτω από την επήρεια ανατολίτικων στοιχείων  που είχε κληροδοτήσει από τον οθωμανικό ζυγό.

Ισχυρές προσωπικότητες με μεταρρυθμιστικές ιδέες επηρεασμένες από την Αμερική και την Ευρώπη ξεκίνησαν να δρουν στο εσωτερικό της μικρής χώρας  όπου  μεταξύ άλλων μεταρρυθμίσεων, επιχείρησαν και τον εκσυγχρονισμό σύμφωνα με το Δυτικό Τρόπο διακυβέρνησής.  Ανάμεσα σε αυτές τις προσωπικότητες, ξεχώρισαν τόσο ο βασιλιάς της Αχμέτ Ζώγου,[10] όσο και ο ιερωμένος πρωθυπουργός της Θεοφάνης Νόλης.[11] Αυτοί είχαν ως αποτέλεσμα, την δημιουργία κάποιων μεταρρυθμιστικών κυβερνήσεων στα μέσα της δεκαετίας του 1920 χωρίς όμως ουσιαστικά να ολοκληρώσουν το έργο τους. Τόσο οι συχνές κυβερνητικές ανατροπές, όσο τα πραξικοπήματα, πρωταγωνιστούν στην νεοϊδρυθείσα Αλβανία.

Στις 11 Φεβρουαρίου 1920, η εθνοσυνέλευση της Λουσνίας, αποφάσισε να ανακηρύξει  τα Τίρανα σε προσωρινή πρωτεύουσα της Αλβανίας, ωστόσο όμως, την τελική της ιδιότητα ως πρωτεύουσα της χώρας την έλαβε επίσημαστις 31 Ιανουαρίου 1925.[12]Η καθυστέρηση οφείλεται, κυρίως στις διαφωνίες που είχαν τα μέλη της εθνοσυνέλευσης αναμεταξύ τους και στις πολλαπλές διαβουλεύσεις και  συνομιλίες που είχαν μέχρι να καταλήξουν. Αν ανατρέξει κανείς στην βιβλιογραφία, διαπιστώνει πως τα Τίρανα, ήταν μάλλον η τελευταία τους επιλογή και μια συμβιβαστική λύση ανάγκης.  Πρώτη τους επιλογή, ήταν η βόρεια πόλη της Σκόδρα, το αντίπαλον δέος της Κορυτσάς, μια πόλη με ευρωπαϊκό αέρα, που όμως διαχρονικά είχε σχέση με την Ιταλία και είχε ρωμαιοκαθολική πλειοψηφία.[13] Πέραν τούτου, η Σκόδρα ήταν ακριτική πόλη και ήδη από την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων μέχρι και τον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε δεχθεί δεκάδες επιδρομές από τους Μαυροβούνιους και τους Σέρβους. Μια άλλη επιλογή, ήταν η Κρούγια, η πρωτεύουσα του Σκεντέρμπει, που ήταν όμως δύσβατή και μικρή, το Ελμπασάν και η πρώτη πρωτεύουσα της Αλβανίας, η Αυλώνα, η οποία όμως απείχε πολύ από τη βόρεια Αλβανία, το Κοσσυφοπέδιο και τους Αλβανούς της Βορείου Μακεδονίας, έτσι λοιπόν επέλεξαν προσωρινά τα Τίρανα. Για λόγους που όλοι μπορούμε να φανταστούμε, η Κορυτσά παρόλο που τηρούσε με το παραπάνω τις προϋποθέσεις, δεν προτάθηκε από κανένα αντιπρόσωπο της Εθνοσυνέλευσης να γίνει πρωτεύουσα.

Η συνέχεια το επόμενο Σάββατο…

[1] Fevziu Blendi, EnverHoxha, σ. 20

[2]VickersMiranda,  Οι  Αλβανοί : Νεότερη και σύγχρονη ιστορία, σ. 288

[3]Pipa Arshi, StalinizmiShqiptar: aspektetideo-politike,σ. 252

[4]Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε πως τόσο το κεντρικό τζαμί όσο και το συγκρότημα της αγοράς ήταν η πρώτη κατασκευή του ΗλιάζXότζα. Αρχικά τα καταστήματα ήταν κατασκευασμένα από σανίδες, αλλά μετέπειτα οι έμποροι άρχισαν να ενισχύουν τα κτίρια. Στο παζάρι της Κορυτσάς υπήρξαν 16 πανδοχεία, εκ των οποίων σήμερα διασώζονται  4 σε άριστη κατάσταση. Στο περίφημο παζάρι της Κορυτσάς, έβρισκε κανείς κάθε είδους εμπορεύματα, από ζωικά προϊόντα έως ακριβά κοσμήματα, από  την Ελλάδα, την Τουρκία, τη Βενετία, την Τεργέστη κ.λπ.  Η Κορυτσά επίσης αναφέρεται κατά τη διάρκεια του ενετικού-τουρκικού πολέμου (1644-1669), όπου οι έμποροι του Ελμπασάν, ακολούθησαν την διαδρομή Ελμπασάν-Κορυτσά-Αγ. Σαράντα- Κέρκυρα-Βενετία. Βλ. NaumBredhi-Veqilharxhi.

[5]Βλ. Κολτσίδας Μιχ. Αντώνης, Ιστορία του Μοναστηριού της Πελαγονίας και των περιχώρων.

[6]Η Μοσχόπολη (αλβ. Voskopoja) σύμφωνα με την αλβανική ιστοριογραφία, ήταν ένα ανεπτυγμένο κέντρο πολιτισμού αποτελούμενο από Ορθόδοξους Αλβανούς, Έλληνες και Βλάχοφωνους. Εκεί ιδρύθηκε και το δεύτερο τυπογραφείο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας  (μετά την Κωνσταντινούπολη), ενώ επίσης ιδρύθηκε η Νέα Ακαδημία, ένα ορφανοτροφείο (το πρώτο στον μεταβυζαντινό κόσμο), ένα νοσοκομείο και 24-30 εκκλησίες. Οι Αλβανοί ισχυρίζονται πως ο Αναστάσιος Καβαλιώτης  εκεί συνέταξε το πρώτο αλβανικό αλφάβητο. Η Μοσχόπολη καταστράφηκε από πολλές διαδοχικές επιθέσεις.  Το 1769 οι Οθωμανοί την έκαψαν και την λεηλάτησαν, όμως το αποκορύφωμα ήρθε το 1788 όταν τα στρατεύματα του Αλή Πασά την ισοπέδωσαν ολοσχερώς. Μερικοί από τους εμπόρους της αμέσως μετά την καταστροφή εγκαταστάθηκαν στην Κορυτσά και στο Βεράτιο και την Φλώρινα, ενώ οι περισσότεροι έφυγαν για τη Θεσσαλία, την Αυστρία, το Βασίλειο της Ουγγαρίας και την Τρανσυλβανία. Βλ. επίσης Dr. Robert Elsie, Max Demeter Peyfuss, Die Drueckerei von Moschopolis, 1731-1769. Buchdruck und HeiligenverehrungimErzbistumAchrida, verbesserteAuflage. Wiener, Archivfür Geschichte des Slawentums und Osteuropas. Veröffentlichungen des InstitutsfürOst – und Südosteuropaforschung der Universität Wien, Bd. XIII,

[7]Η Οθωμανική κυριαρχία επί της Κορυτσάς διήρκεσε μέχρι το 1912. Αν και η πόλη και τα περίχωρά της προβλεπόταν να αποτελέσουν τμήμα του Πριγκιπάτου της Βουλγαρίας, σύμφωνα με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου του 1878, όμως η Συνθήκη του Βερολίνου της ίδιας χρονιάς επανέφερε την περιοχή στην Οθωμανική κυριαρχία. Το 1910 η Ορθόδοξη Συμμαχία της Κορυτσάς υπό τον Μιχαήλ Γραμμένο ανακήρυξε την ίδρυση Αλβανικής Εκκλησίας, αλλά οι Οθωμανικές αρχές αρνήθηκαν να την αναγνωρίσουν. Η εγγύτητα της Κορυτσάς στην Ελλάδα, που διεκδικούσε όλο τον Ορθόδοξο πληθυσμό ως Ελληνικό, οδήγησαν στην εμπλοκή της στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913. Οι Ελληνικές δυνάμεις κατέλαβαν την Κορυτσά στις 6 Δεκεμβρίου 1912 και στη συνέχεια προχώρησαν στη φυλάκιση των Αλβανών εθνικιστών της πόλης. Η ενσωμάτωσή της στην Αλβανία αμφισβητήθηκε από την Ελλάδα, που τη διεκδικούσε ως τμήμα της Βορείου Ηπείρου και είχε ως αποτέλεσμα την εξέγερση του τοπικού Ελληνικού πληθυσμού, που ζήτησε την επέμβαση του Ελληνικού στρατού. Αυτή η εξέγερση κατεπνίγη αρχικά από τους Ολλανδούς διοικητές της Αλβανικής χωροφυλακής, που αποτελείτο από 100 Αλβανούς υπό το Θεμιστοκλή Γερμενί με αποτέλεσμα ο τοπικός Ελληνοορθόδοξος επίσκοπος Γερμανός και άλλα μέλη του δημοτικού συμβουλίου να συλληφθούν από τους Ολλανδούς και να απελαθούν. Εντούτοις σύμφωνα με τους όρους του πρωτοκόλλου της Κέρκυρας (Μάιος 1914) η πόλη αποτέλεσε τμήμα της Αυτόνομης Δημοκρατίας της Βορείου Ηπείρου, εντός των ορίων του πριγκιπάτου της Αλβανίας.  Τον Οκτώβριο του 1914 η πόλη περιήλθε στην Ελληνική διοίκηση. Κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού (1916) ξέσπασε μια τοπική εξέγερση και με στρατιωτική και ντόπια βοήθεια η Κορυτσά περιήλθε στον έλεγχο του Κινήματος Εθνικής Αμύνης του Ελευθέριου Βενιζέλου, συντρίβοντας τις βασιλικές δυνάμεις. Εντούτις, λόγω των εξελίξεων στο Μακεδονικό Μέτωπο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου η περιοχή πέρασε γρήγορα στον έλεγχο των Γάλλων (1916-1920). Στο διάστημα αυτό δεκατέσσερις εκπρόσωποι της Κορυτσάς και του Συνταγματάρχη Ντεκουάν υπέγραψαν πρωτόκολλο που ανακήρυσσε την Αυτόνομη Αλβανική Δημοκρατία της Κορυτσάς, υπό τη στρατιωτική προστασία του Γαλλικού στρατού και με πρόεδρο το Θεμιστοκλή Γερμενί. Τελικά παρέμεινε τμήμα της Αλβανίας, όπως καθορίστηκε από τη Διεθνή Επιτροπή Συνόρων, που επιβεβαίωσε τα σύνορα της χώρας του 1913. Ως το 1925 όλα τα ελληνόφωνα εκπαιδευτικά ιδρύματα έπαψαν να λειτουργούν βάσει κρατικών αποφάσεων, καθώς η πόλη δεν περιλαμβάνονταν στην αναγνωρισμένη από το αλβανικό κράτος ”ελληνική μειονοτική ζώνη”. Το κλείσιμο των μη κρατικών σχολείων ταλαιπώρησε την αλβανική κυβέρνηση για χρόνια φτάνοντας το θέμα ακόμη και στο δικαστήριο της Κοινωνίας των Εθνών, η οποία μετά από μακροχρόνιες διαβουλεύσεις δικαίωσε μόνο τα ελληνικά μειονοτικά σχολεία, στις ειδικές μειονοτικές ζώνες. (Χιμάρα-Αργυρόκαστρο).  Τελικά η αλβανική κυβέρνηση επέτρεψε την λειτουργία μειονοτικών σχολείων με την θέσπιση ειδικής νομοθεσίας το Νοέμβριο του 1935. Η κυβέρνηση απαλλάχτηκε  από την υποχρέωση να ανοίξει μειονοτικά σχολεία, παραχωρώντας όμως άδεια σε οποιοδήποτε άλλο φορέα μπορούσε και ήθελε αρκεί να λάμβανε και την έγκριση του Υπουργείου Παιδείας. Το Βατικανό αντέδρασε, διεκδικώντας από την Κοινωνία των Εθνών η αλβανική απόφαση να συμπεριλάβει και τα ρωμαιοκαθολικά ιδιωτικά σχολεία. Εν τέλει, τα κατάφερε λίγους μήνες αργότερα και η  αλβανική νομοθεσία συμπεριέλαβε και τα ρωμαιοκαθολικά σχολεία. ΒλέπεGogajIljaz, Mbiqendriminreaksionar te kleritne fushen e aresimit (1878-1939).

[8]PavlowitchStevan, Η ιστορία των Βαλκανίων 1804-1945, σ.  333 Βλ. Επίσης XhezaitZganjori, Vendime te gjykatesnderkombetare.Σελ 88- 96. Η ένταξη της Αλβανίας στην ΚτΕ στις 17 Δεκεμβρίου 1920 εξαρτιόταν, μεταξύ άλλων, από τις εγγυήσεις που η κυβέρνηση έπρεπε να παράσχει για την προστασία των δικαιωμάτων των μειονοτήτων. Για το σκοπό αυτό, στις 15 Δεκεμβρίου, η Συνέλευση της ΚτΕ εξέδωσε μια ειδική οδηγία, η οποία αναφέρει ότι: Σε περίπτωση που η Αλβανία, τα κράτη του Καυκάσου και τα κράτη της Βαλτικής γίνουν δεκτά στηνΚτΕ, θα λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για την εφαρμογή των αρχών που περιγράφουν οι ειδικές  Συνθήκες των μειονοτήτων της ΚτΕ, και για το σκοπό αυτό, πρέπει να καθορίσουν μαζί με την Γενική Συνέλευση της ΚτΕ όλες τις απαραίτητες λεπτομέρειες σχετικά με την υλοποίηση αυτού του στόχου.Για την εκπλήρωση αυτής της υποχρέωσης, στις 2 Οκτωβρίου 1921, η Αλβανική κυβέρνηση υπέβαλε στο Συμβούλιο της Γενικής Συνέλευσης της ΚτΕ  δήλωση που υπέγραφε ο ΘεοφάνηςΝόλης, μέσω της οποίας , γινόταν αναφορά στα πρότυπα που όριζαν οι Συνθήκες για τις Μειονότητες της ΚτΕ και η Αλβανία δεσμευόταν στο σεβασμό των δικαιωμάτων των εθνικών μειονοτήτων στην Αλβανία. Συγκριμένα  το άρθρο 5 αυτής της δήλωσης ανέφερε: Αλβανοί πολίτες που ανήκουν σε φυλετικές, θρησκευτικές ή γλωσσικές μειονότητες, θα απολαμβάνουν τη διασφάλιση ίσης μεταχείρισης από τον νόμο και στην εφαρμογή, όπως όλοι οι άλλοι Αλβανοί πολίτες. Συγκεκριμένα, θα έχουν ίσα δικαιώματα να διατηρούν, να διαχειρίζονται και να ελέγχουν με δικά τους έξοδα ή να ιδρύουν στο μέλλονφιλανθρωπικά, θρησκευτικά και κοινωνικά ιδρύματα, σχολεία και άλλες εκπαιδευτικές επιχειρήσεις,μέσα και με δικαίωμα στην χρήσης της γλώσσα τους για την ελεύθερη άσκηση της θρησκευτικής πίστης. Εντός 6 μηνών από την υποβολή αυτής της δήλωσης, πρέπει να υποβληθεί στο Συμβούλιο της ΚτΕμια πλήρης έκθεση σχετικά με το νομικό καθεστώς των θρησκευτικών κοινοτήτων, των εκκλησιών, των σχολείων, των φυλετικών, θρησκευτικών και γλωσσικών μειονοτικών ενώσεων. Η αλβανική κυβέρνηση θα λάβει υπόψη τυχόν συμβουλές που μπορεί να δοθούν από την Ένωση Εθνών σχετικά με αυτό το ζήτημα. Μετά από αυτές τις δεσμεύσεις, λειτουργούσαν σχολεία στη νότια Αλβανία, τα οποία ελέγχονταν και χρηματοδοτούνταν απευθείας από την ελληνική κυβέρνηση.

[9]΄Οπ. π., PavlowitchStevanσ.  335

[10]Αχμέτ Ζόγκου-Ζωγκόλι: Ισχυρός άντρας της Αλβανίας που ξεκίνησε την σταδιοδρομία του ως Υπουργός Εσωτερικών της χώρας στα 26 του χρόνια. Έλαβε εκπαίδευση τόσο στην οθωμανική όσο και στην αυστροουγγρική βασιλική φρουρά. Ήταν απολυταρχικός και ήθελε να συστήσει ένα περισσότερο αποτελεσματικό συγκεντρωτικό μηχανισμό. Κατάφερνε να διατηρεί τα Υπουργεία Εσωτερικών ή Πολέμου με διάφορες μηχανορραφίες. Το Φεβρουάριο του 1922  εξαπόλυσε μια εκστρατεία επιλεκτικού αφοπλισμού, ένα πραξικόπημα υποστηριζόμενο από αλυτρωτιστές με αποτέλεσμα να παραμείνει μόνος του στην εξουσία. Το Δεκέμβριο ανέλαβε τον απόλυτο έλεγχο, οδηγώντας σε παραίτηση τους ανυπόληπτους αντιβασιλείς και διορίζοντας νέους που συγκάλεσαν το κουτσουρεμένο κοινοβούλιο για να αναθεωρήσει τους οργανικούς νόμους. Τότε μάλιστα άλλαξε το επώνυμο του από Ζωγκόλι σε Ζώγκου, επειδή το πρώτο κρίθηκε πολύ τούρκικο. Το Σεπτέμβριο του 1923 αισθάνθηκε αρκετά ισχυρός για να οργανώσει εκλογές για μια συντακτική συνέλευση. Δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την απαιτούμενη πλειοψηφία και μετά από κάποιες πολιτικές ταραχές παραιτήθηκε και αποσύρθηκε στην Γιουγκοσλαβία. Με την πλήρη συνδρομή της Γιουγκοσλαβίας στρατολόγησε μια ένοπλη ομάδα Αλβανών και επιτέθηκε το 1924 στην νόμιμη κυβέρνηση του Νόλη, ο οποίος τράπηκε σε φυγή στην Ιταλία. Στις 21 Ιανουαρίου 1925, η Αλβανία έγινε Δημοκρατία και ο Ζόγκου εκλέχτηκε πρόεδρος επταετούς θητείας με διευρυμένες εξουσίες. Κυνήγησε τους αντιπάλους του και παραχώρησε προνόμια στους πλούσιους γαιοκτήμονες για να εξασφαλίσει την υποστήριξη τους. Το 1926 υπέγραψε σύμφωνο φιλίας και ασφάλειας με την Ιταλία (Πρώτο Σύμφωνο των Τιράνων) και το 1927 υπέγραψε το Δεύτερο με το οποίο υποτάσσονταν ουσιαστικά  στην Ιταλία. Το Σεπτέμβριο του 1928 υποχρέωσε το κοινοβούλιο, να τον ανακηρύξει βασιλιά των Αλβανών. ΄Οπ. π., σ. 333- 341

[11]Θεοφάνης Νόλης: Μεταρρυθμιστική προσωπικότητα της Αλβανίας και ελληνικής εκπαίδευσης ιερέας από την Θράκη. Εργάστηκε σε Αθήνα, Αίγυπτο και Η.Π.Α. Το 1908 συγκρότησε στη Βοστόνη μια ξεχωριστή αλβανική ορθόδοξη οργάνωση. Επέστρεψε στην Αλβανία το 1920 ως αντιπρόσωπος τον Αλβανών της Αμερικής στο Συνέδριο της Λούσνια και οι περισσότερες ιδέες του είχαν απήχηση στην αστική τάξη. Το 1923 συσπείρωσε γύρω του την οργανωμένη κοινοβουλευτική αντιπολίτευση του Ζόγκου και τον ανάγκασε σε παραίτηση μετά από μια δολοφονική απόπειρα εναντίον του. Σχημάτισε κυβέρνηση στα Τίρανα ως επικεφαλής ενός ετερογενούς συνασπισμού  που θα σχηματιζόταν για να διώξει τον Ζώγου. Ανακοίνωσε μεταξύ άλλων,  ένα φιλόδοξο πρόγραμμα για την καθιέρωση της δημοκρατίας, την κατάργηση του φεουδαλισμού, την εξασφάλιση των αγροτών και την ενθάρρυνση ξένων επενδυτών. Άπειρος πολιτικά δεν εξασφάλισε δάνειο υπό την κηδεμονία της Κοινωνίας των Εθνών και ανέβαλε τις προκαθορισμένες εκλογές του 1923. Το 1924 τον ανέτρεψε ο Ζόγκου πραξικοπηματικά, αναγκάζοντας τον να διαφύγει αρχικά στην Ιταλία και μετέπειτα πίσω στις Η.Π.Α. ΄Οπ. π., σ. 336-338

[12]Τα Τίρανα ανακηρύχθηκαν ως πρωτεύουσα της Αλβανίας με ομόφωνη απόφαση της Εθνοσυνέλευσης της Λουσνίας και η μεταφορά της πρωτεύουσας ήταν ίσως ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα στην εθνική ιστορία του γειτονικού λαού, αξίζει να σημειωθεί πως  στις 11 Φεβρουαρίου 1920, η κυβέρνηση που προέκυψε από την εθνοσυνέλευση, εξέλεξε αρχηγό τον Σουλεϊμάν Ντελβίνα, ο οποίος αμέσως έσπευσε να εγκατασταθεί στην νέα πρωτεύουσα. Κατά την Ανεξαρτησία της χώρας το 1912, τα Τίρανα ήταν μια μικρή κωμόπολη, δεν ήταν καν ένας νομός, εξαρτιόταν από τον Νομό της παραλιακής πόλης του Δυρραχίου, η οποία αν και πρωτεύουσα ήταν ακόμη μικρότερη καθώς είχε μόλις 3000 κατοίκους, ενώ τα Τίρανα είχαν 12.000. Ένας από τους λόγους που τα Τίρανα έγιναν η πρωτεύουσα, ήταν η γεωγραφική τους θέση στην καρδιά της Αλβανίας και η άμεση πρόσβαση και επικοινωνία με όλες τις μεγάλες αλβανικές πόλεις. Ένας άλλος λόγος, ήταν ο μοντερνισμός της, καθώς ήταν μια πόλη που οι κάτοικοι της δεν είχαν σχέση με την γεωργία, αλλά με τη βιοτεχνία και το εμπόριο, ακόμη και με την κηπουρική, καθώς ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της αστικής ζωής. Κατά την χρονική περίοδο που διεξάγεται η εθνοσυνέλευση, επίσημη πρωτεύουσα της χώρας, σύμφωνα με το Καταστατικό της χώρας  ήταν το Δυρράχιο, που όμως εκείνη την εποχή το είχαν κατακτήσει οι κατοχικές δυνάμεις των Ιταλών. http://www.ekskluzive.al/si-u-be-tirana-kryeqytet-i-shqiprise-dhe-jo-nje-qytet-tjeter-dhe-mbi-cfare-kriteresh/

[13]Η Σκόδρα έπαιξε σημαντικό ρόλο στη Λίγκα του Πρίζρεν, το Αλβανικό απελευθερωτικό κίνημα. OιΣκοδρινοί έλαβαν μέρος σε μάχες για να προστατεύσουν τα Αλβανικά εδάφη. Ως κέντρο του λειτούργησε η Βιβλιοθήκη Μπουσάτι, που χτίστηκε τη δεκαετία του 1840. Πολλά βιβλία συγκεντρώθηκαν σε βιβλιοθήκες ρωμαιοκαθολικών ιεραποστόλων, που εργάζονταν στη Σκόδρα. Δημιουργήθηκαν φιλολογικοί, πολιτιστικοί και αθλητικοί σύλλογοι, όπως ο Μπασκίμι (“Η Ενωση”) και ο Αγκίμι (“Η Αυγή”). Οι πρώτες Αλβανικές εφημερίδες και εκδόσεις, που κυκλοφόρησαν στην Αλβανία προήλθαν από το τυπογραφείο της Σκόδρας. Η οικογένεια φωτογράφων Μαρούμπι, που άρχισε να εργάζεται στη Σκόδρα, άφησε πίσω της πάνω από 150.000 αρνητικά από την περίοδο του Αλβανικού απελευθερωτικού κινήματος, την ύψωση της Αλβανικής σημαίας στην Αυλώνα και τη ζωή στις Αλβανικές πόλεις κατά τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα. Η Σκόδρα υπήρξε το κέντρο των δημοκρατικών κινημάτων των ετών 1921-1924. Επίσης είχε μια βραδεία βιομηχανική ανάπτυξη, με μικρά εργοστάσια που παρήγαν τρόφιμα, υφάσματα και τσιμέντο. Ήταν έδρα Καθολικής αρχιεπισκοπής και είχε μερικά θρησκευτικά σχολεία. Το πρώτο κοσμικό σχολείο άνοιξε εδώ το 1913 και το Κρατικό Γυμνάσιο το 1922. Ήταν το κέντρο πολλών πολιτιστικών συλλόγων. Τέλος, ήταν η πρώτη πόλη στην Αλβανία που συγκρότησε αθλητικό σύλλογο, τη “Βλάζνια” (αδελφοσύνη).

Βλέπε http://www.bashkiashkoder.gov.al/