Χαμένος σε μι’ αφιλόξενη πόλη
δεν θυμάσαι πως έφυγες, ούτε γιατί.
Περπατάς, σταματάς, περπατάς, σταματάς…
κάπου-κάπου ξαπλώνεις στις αποβάθρες των τρένων
κάτω απ’ τα κολάζ των  εξαφανισμένων παιδιών
– τραγικές ειρωνείες! –
το πρόσωπο σου δείχνει θολό
σε σχέση με τους εικονιζόμενους στις φωτογραφίες.
Οι περαστικοί, από κάτι τρέχουν κι αυτοί να ξεφύγουν
χωρίς να το θέλουν σε τιμωρούν
βλέπουν σε σένα, δικές τους ρυτίδες.
Κάποιοι ακόμα σε μνημονεύουν, σαν αγαπημένο ταξίδι.
Προσποιούνται,  πως στ’ αλήθεια τους έλειψες
σ’ αναζητούν μανιωδώς
δεν είναι βέβαιο,  ότι θέλουν πραγματικά, να βρεθείς.
Οι επικοινωνιολόγοι επέλεξαν πιασάρικο σλόγκαν  
– ασημένιος συναγερμός – 
τα δεκαπέντε λεπτά διασημότητας ηχούν εφιαλτικά
εμβόλιμες παραφωνίες.
Ποζάρεις αμήχανα, σαν κατάδικος.
Κανείς δεν πρόκειται ν’ αναρωτηθεί
αν πρόκειται για φυγή ή εξαφάνιση.
Κάποιοι θα σε ξεγράψουν a priori, κάποιοι ποτέ
έτσι ήταν και πριν, μα σου έριχναν στάχτη στα μάτια.
Πόσος δρόμος μένει, πριν κουραστείς…
Κάτι είχες κανονίσει να κάνεις, αλλά είναι ήδη αργά
εδώ και καιρό η μνήμη, μόνο προδίδει.
Αναπολείς τον πρώτο έρωτα.
Πενθείς τα παιδικά σου όνειρα, τα  πρόδωσες όλα.
Αναρωτιέσαι αν πονάει ο θάνατος.
Συνεχίζεις να βλέπεις, ν’ ακούς, να φοβάσαι
μα το σήμερα διαρκώς ξεγλιστρά
τόση πολλή πληροφόρηση, τόσα πρέπει, τόσες ευθύνες.
    
Είναι φορές που θυμώνεις,  χωρίς να ξέρεις αιτίες
τις προάλλες έφτυσες κατάμουτρα έναν φορτηγατζή
παραλίγο να σε σκοτώσει.
Είναι φορές που ιδρώνεις κι άλλες,  το σώμα παγώνει.
Έσπασαν οι πυξίδες σου, δύσκολη εποχή ο χειμώνας
γι’ απωλεσθείσες ταυτότητες.
Όταν νυχτώνει όλα μοιάζουν αλλιώς.
Έρχεται ο ύπνος και σε λυτρώνει.
Είδες σ’ όνειρο, πως ήσουν γαμπρός.
Εκείνη χόρευε δίπλα σου τον χορό του προφήτη
καλυμμένη, σ’ ολόλευκο τούλι
– το νυφικό της, μαζί και το σάβανο –
Στο τέλος σας έραναν,  ρύζι με ροδοπέταλα.
Φιληθήκατε για τελευταία φορά.
Το πρωί σε βρήκαν σε στάση εμβρύου
δίπλα σ’ έναν κάδο ανακύκλωσης.
Δεν ιδρώνεις πια.
Η  θερμοκρασία σου σταθεροποιήθηκε στο μηδέν.
Δεν βλέπεις, δεν ακούς, δεν φοβάσαι…
Όπου να’ ναι,  θ’ αποσύρουν και τη ρεκλάμα σου. 
“ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ”

Advertisements