Tags

Βάγια Κάλφα

Ληθόστρωτο

Εκδόσεις Εκάτη

 

Του Γιώργου Λίλλη*

 

Δεν έχει σημασία να εξηγείς ένα ποίημα. Σημασία έχει να μαγεύεσαι από ένα ποίημα. Εξάλλου πιστεύω πως αν αντιμετωπίσουμε κριτικά ένα ποίημα, χάνει την αισθαντικότητά του. Ο ποιητής γράφει για να ανακαλύψει τον εαυτό του και ποτέ δεν θα καταφέρουμε να προσεγγίσουμε στο απόλυτο τους κόσμους του. Αυτό που μένει από εμάς είναι να κάνουμε το ποίημα δικό μας. Ο ποιητής το επιτρέπει. Γιατί ξέρει πως η ποίηση εισβάλλει στα έγκατα της ψυχής μας και οικειοποιείται ένα κομμάτι του εαυτού μας. Αντί να πω διάφορα για την ποίηση της Βάγιας Κάλφα, θα παραθέσω σ΄ αυτό το σημείωμα στίχους που με μάγεψαν. Που με ταξίδεψαν. Αντί να προβώ σε ερμηνείες, αντί να δηλώσω πόσο καλή ποιήτρια είναι, θα σας αφήσω να το διαπιστώσετε μόνοι σας. Μπορεί να πήρε ένα σωρό βραβεία η Κάλφα με το πρώτο της βιβλίο, τα Απλά πράγματα, εκδόσεις Γαβριηλίδη, αλλά αυτό που την κάνει αληθινή και σπουδαία ποιήτρια είναι ο ποιητικός της κόσμος. Στην δεύτερη συλλογή της, με τίτλο Ληθόστρωτο, διαπιστώνω για μια ακόμη φορά γιατί η ποίηση είναι ο αγαπημένος μου τόπος. Αλλά δεν θα πω περισσότερα. Κάνω ένα πείραμα, για να συμμετάσχετε, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, στο μαγευτικό κόσμο των ποιητικών θαυμάτων μιας ποιήτριας που ομολογώ πως θαυμάζω.

 

ΑΝΘΡΩΠΟΙ

 

Ζητάνε

βοήθεια

κάτω από τις

μεγάλες ταμπέλες

και βγαίνουν γιγάντιοι

λίγο

μετά μικραίνουν

μικραίνουν

χάνονται

μέσα στην

ανθρώπινη θάλασσα

κι έρχεται ένα ακόμη

ανθρώπινο κύμα

τους τσαλαπατά.

 

ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΝΟ ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ

 

(Αντικαπνιστικό κερί. Πατέρας, μητέρα

κι εγώ. Τραπέζι μυτερό.)

 

Η μητέρα λέει: δεν κάνουν έτσι

όσοι θέλουν να προκόψουν

μην κόβεις τις γέφυρες

πρέπει να μάθεις να κρατάς

τις σωστές επαφές – θα βοηθήσουν.

 

Συμπληρώνει ο πατέρας

(από τις σπάνιες φορές που συμφωνούν):

Και να θυμάσαι: χέρι που δεν μπορείς να δαγκώσεις

φίλησέ το

 

Ύστερα, μαγκωμένος

φτιάχνει το αόρατο κόκκινο κασκόλ

όπως κάνουν οι προδομένοι από θεούς

βρίζουμε, έπειτα, καθώς οφείλουν οι τελευταίοι

επαναστάτες επί γης

 

Κι αλλάζουμε κουβέντα.

ΧΡΕΟΣ

 

Μια μέρα – τ΄ οφείλουμε- θα έρθουμε μπροστά. Θα φτάσουμε στην έδρα κρύβοντας

το φόβο και θα ομολογήσουμε στέρεα: αθώοι. Θα ακολουθήσουν πολλά χάδια και

νεύματα, ικεσίες κι απειλές επιστροφής έξω από το έρημο κελί και πολλές – πάρα

πολλές

 

Ενστάσεις. Ο δικαστής θ΄ αμφιβάλλει, ώσπου να μην μπορείς ν΄ αναπνεύσεις κι οι

αντίδικοι θα φαγώνονται για εμάς σαν να λείπαμε. Ακροατήριο δε θα υπάρχει, για-

τί ελάχιστοι νοιάζονται για τύψεις κι άλλα εκλεπτυσμένα κι οι μάρτυρες που θα έχουν

και τα δυο μας χέρια στα συρτάρια τους θ΄ αποσυρθούν σε άλλη

 

Αίθουσα, για να χορτάσουν

 

Πραγματικές σφαγές.

 

Αυτά τα λίγα εδώ. Όποιος βρήκε κάτι σ΄ αυτά τα ποιήματα που τον άγγιξε, όπως εγώ, αναζητήστε το Λιθόστρωτο της Βάγιας Κάλφα. Τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο.

 

*Ο Γιώργος Λίλλης γεννήθηκε στη Γερμανία το 1974. Ένα χρόνο αργότερα με την οικογένειά του εγκαθίσταται στην Ελλάδα. Στην αρχή στην Αθήνα και μετά στο Αγρίνιο, τόπο καταγωγής του, μέχρι την επιστροφή στη Γερμανία το 1996 όπου ζει και εργάζεται από τότε. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά κι έχουν παρουσιαστεί σε περιοδικά και ανθολογίες του εξωτερικού. Μεταφράσεις, ποιήματα και δοκίμιά του έχουν δημοσιευτεί και σε διάφορα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά (ΠοίησηΜανδραγόραςΔέντροΑκτήΓραφή). Επιμελείται ραδιοφωνικές εκπομπές στη Γερμανία στις οποίες παρουσιάζει Έλληνες ποιητές και μουσικούς (μεταξύ άλλων τους Νίκο Καββαδία, Νικόλα Άσιμο και Μίκη Θεοδωράκη). Έχει μεταφράσει στα ελληνικά Βισλάβα Σιμπόρσκα, Έριχ Φριντ, Λι Τάι Πε καθώς και Ινδιάνους ποιητές.

Έργα του: ‘Ίχνη στο χιόνι (μυθιστόρημα 2012), Μικρή διαθήκη (ποιήματα 2012)Τα όρια του λαβυρίνθου (ποιήματα, 2008), Στο σκοτάδι μετέωρος (ποιήματα, 2003), Η χώρα των κοιμώμενων υδάτων (ποιήματα, 2001), Το δέρμα της νύχτας (ποιήματα, 1999).

Advertisements